Είστε εδώ

Γ. ΔΡΟΣΙΝΗΣ ΠΑΡΑΜΥΘΟΓΡΑΦΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΟΠΟΙΟΣ

ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ 1913, ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΑΛΙΜΑ 1921 Α΄-1926 Β΄ εκδ. και ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.

Ο Γ. Δροσίνης ασχολήθηκε και με το παιδικό παραμύθι. Μετάφρασε και διασκεύασε πολλά ξένα παραμύθια, αλλά έγραψε και δικά του. Είναι ένας χαρισματικός παραμυθογράφος, βαθύς γνώστης ο ίδιος της ψυχολογίας του παιδιού.
Ο Γ. Δροσίνης ενσωματώνει στα παραμύθια του το ηθικό δίδαγμα χωρίς ίχνος διδακτισμού. Δεν κάνει διάκριση μεταξύ πραγματικότητας και ονείρου, μεταξύ αληθινών και πλαστών γεγονότων. Τα κείμενά του ξεχωρίζουν για την απλότητά τους χωρίς να είναι απλοϊκά. Δεν τα φορτίζει με υπερβολές και αποφεύγει τους βαριούς χαρακτηρισμούς για τον εχθρό, πράγμα πολύ πρώιμο για την εποχή του.
Η γλώσσα του είναι η δημοτική, λιτή, κατανοητή, χωρίς ιδιωματικές, διαλεκτικές ή ξένες λέξεις εκτός από μία: Πλόσκα (Ploska – ξύλινο δοχείο για κρασί). Οι σύνθετες λέξεις είναι λίγες, όπως σιδερόκλαδη ή χρύσανθη.
Επιλέγει την εξ υποκειμένου αφήγηση, έτσι ώστε η διήγηση να αποκτά ζωηρότητα και να προκαλεί στον αναγνώστη εντύπωση και συγκίνηση. Η ιστορική γνώση γίνεται μια ηθικοδιδακτική λειτουργία.
Έχει γράψει πέντε βιβλία με παιδικά παραμύθια: «ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ» 1913 (2 βιβλία), «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΑΛΙΜΑ». (Η πρώτη σειρά εκδόθηκε από το Ι. Ν. Σιδέρη Αθήνα 1921 με εικόνες Σπ. Παπαπαναγιώτου και η δεύτερη σειρά εκδόθηκε από τον Ι. Ν. Σιδέρη το 1924 με εικόνες Δ. Μπισκίνη) και «ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ». Υπάρχουν πολλές επανεκτυπώσεις από όλα. Έγραψε ακόμα πολλά μεμονωμένα παραμύθια σε εφημερίδες και περιοδικά (πχ. Διάπλαση των Παίδων, Κυπριακά φύλλα και άλλα). Πολλά από αυτά μεταφράστηκαν σε άλλες γλώσσες.
Στο βιβλίο «ΤΑ ΩΡΑΙΟΤΕΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ» έγραψε δύο παραμύθια δικά του ενώ διάλεξε τα υπόλοιπα από την παγκόσμια παιδική λογοτεχνία.

Στο ΤΕΤΡΑΔΙΟ αριθμ. 1 των εκδόσεων του Συλλόγου «ΟΙ ΦΙΛΟΙ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ Γ.ΔΡΟΣΙΝΗ» υπάρχουν όλα τα έργα του «παραμυθογράφου» Δροσίνη και όλα τα έργα ξένων παραμυθογράφων που έχει μεταφράσει, μαζί με τις βιογραφίες τους.

α) ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ.

Από μαρτυρίες του Δροσίνη γνωρίζουμε ότι τα «Παραμύθια» του μεταφράστηκαν στην ισπανική, την ουγγρική, ιρλανδική, γερμανική και αγγλική γλώσσα.
Στο Λονδίνο, το 1892, μεταφράστηκαν με δύο διαφορετικούς τίτλους από την Μ. Edmonds, ο ένας STORIES FROM FAIRYLAND και ο άλλος “THE CUP OF TEARS AND OTHER TALES, που εκδόθηκε από τον Α. Κουρτίδη.
Το 1902 έχουμε την δεύτερη έκδοση των ΠΑΡΑΜΥΘΙΩΝ από το βιβλιοπωλείο της Εστίας με εκδότη τον Ι. Δ. Κολλάρο.
Στη Νέα Υόρκη μεταφράστηκαν μερικά παραμύθια από τον εκδοτικό οίκο House of Hellas.
Το 1945 μεταφράστηκε το βιβλίο στην ιταλική γλώσσα από τον Paolo Stomeo στην Salentina με τον τίτλο FIABE.
Η ΠΑΙΔΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΟΥ Σ.Ω.Β. των ετών 1902 – 1904 περιλαμβάνει τέσσερα βιβλία με παραμύθια. Το τέταρτο βιβλίο είναι γραμμένο από τον Γ. Δροσίνη με τίτλο: ΠΑΙΔΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ. (4 εκδόσεις)
o Η πρώτη και η δεύτερη έκδοση έχει 21 παραμύθια.
o Η τρίτη έκδοση έχει 22 παραμύθια, παίρνει το 1914 Εθνικό Αριστείο
Εκδ. Ι. Ν. Σιδέρης.
o Η επανέκδοση έγινε το 1915 από τον εκδοτικό οίκο Ι. Ν. Σιδέρη.
(22 παραμύθια)
o Νέα επανέκδοση έγινε το 1922 από τον εκδοτικό οίκο Ι. Ν. Σιδέρη.
o Η τέταρτη έκδοση έγινε το 1948 με εικονογράφηση Γέροντα και
εκδοτικό οίκο Δ. Δημητράκου, με 22 παραμύθια. Περιλάμβανε τα ίδια
παραμύθια, αλλά στο τέλος προσετέθη «Η ΓΑΖΙΑ ΚΑΙ Ο ΜΕΝΕΞΕΣ».
***

Στην κεντρική αίθουσα του Μουσείου στην Κηφισιά, η αναπαράσταση του παππού που διηγείται παραμύθια στα εγγονάκια του ζωντανεύει την ξεχωριστή αυτή πλευρά του ΔΡΟΣΙΝΗ πεζογράφου- παραμυθοποιού.

β) ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΠΑΠΠΟΥ- «Η ΥΠΟΜΟΝΗ ΚΑΙ Η ΤΥΧΗ».
Ο Δροσίνης γράφει:
«Ο παππούς ξαπλώθηκε στη μεγάλη πολυθρόνα του και τα εγγόνια του, δύο ξανθά παιδάκια, κάθησαν γύρω του ν’ ακούσουν την ιστορία, που θα τους πη.
- Δεν ξέρω κ’ εγώ πώς, μια μέρα, όταν ήμουν πολύ νέος, ενώ γύριζα στα βουνά, έχασα το δρόμο μου και βρέθηκα σ’ έναν τόπο έρημο, αγνώριστο και πολύ άγριο. Δεξιά κι’ αριστερά έβλεπα γκρεμούς, προς τα κάτω έναν κατήφορο ατελείωτον και προς τα πάνω ανήφορο πάλι ατελείωτο. Κάτω- κάτω, εκεί που τελείωνεν ο κατήφορος, μόλις ξεχώρισα έναν ωραίο κήπο γεμάτον άνθη. Από το άλλο μέρος, στην κορυφή του βουνού, δεν έβλεπα παρά χώματα και βράχους. Καμμία ευωδία δεν έρχουνταν από κει και μόνον άγριες φωνές από γεράκια, που πετούσαν ψηλά στον αέρα.
Στάθηκα με απορία. Πώς βρέθηκα; δεν θυμόμουν. Από πού ήρθα; δεν ήξερα. Πού να πάω τώρα; Δεξιά κι αριστερά γκρεμνοί. Μπροστά ανήφορος. Προτιμότερος ο κατήφορος. Και τραβούσα κατά τον κατήφορο, όταν άξαφνα άκουσα φωνές. Γύρισα το κεφάλι και είδα από το μέρος της κορφής του βουνού πλήθος ανθρώπων που κατέβαιναν. Πήγαινε μπροστά μια γυναίκα με παρδαλά φορέματα, νέα, ψηλή και καλοκαμωμένη.
Κι’ όλοι την περιτριγύριζαν και της φώναζαν σαν τρελλοί και κουνούσαν τα χέρια με παράξενο τρόπο. Εκείνη έβαζε το χέρι της σ’ ένα καλάθι που κρατούσε στην αγκαλιά της, έβγαζεν από κει πράματα πολλά και διάφορα και τα μοίραζε δεξιά κι’ αριστερά ή τα σκόρπιζε γύρω της.
Άμα πλησίασαν αποφάσισα να ρωτήσω:
- Καλή κυρία, που πηγαίνει αυτός ο δρόμος: Κοντοστάθηκε και μ’ αντίκρυσε. Τότε είδα καλά την όψη της και παρατήρησα πως ήταν τυφλή! Τυφλή και την ακολουθούν όλοι αυτοί που έχουν μάτια; Παράξενο!
- Ο δρόμος αυτός πηγαίνει στην ευτυχία. Έλα μαζί μου κ’ εσύ αν θέλης να πας εκεί. Μου αποκρίνεται με γλυκύτατη φωνή.
Άξαφνα ένα χέρι ακούμπησε στον ώμο μου. Τρόμαξα και γύρισα να ιδώ ποιος ήταν. Και βλέπω μιαν ηλικιωμένη γυναίκα μαυροφορεμένη, με συμπαθητικό πρόσωπο και με μεγάλα γλυκά μάτια:
- Στάσου ! Μου λέει με φωνή παρακλητική.
- Τι ζήλεψες και την ακολουθείς; Δεν βλέπεις την προκοπή όλων αυτών που πηγαίνουν μαζί της.
Εγώ δεν ήξερα τι να κάνω. Το πρόσωπο της ηλικιωμένης μου έδινε περισσότερη εμπιστοσύνη. Η νέα ήτον ζωηρότερη, ευθυμότερη. Έπειτα με τρόμαζεν ο ανήφορος, ενώ ο κατήφορος φαίνονταν πολύ εύκολος … Τότε γυρίζω και λέω της ηλικιωμένης.
- Μα ποια είναι λοιπόν αυτή η τυφλή, που σέρνει μαζί της τόσους άλλους με ανοικτά μάτια;
- Δεν την ξέρεις και ήθελες να πάς μαζί της; Είναι η Τύχη.
- Η Τύχη! Φώναξα με θυμό και ξέφυγα από τα χέρια της. Τόσον καιρό ζητώ και μόλις κατόρθωσα να την εύρω, μ’ έκανες εσύ να τη χάσω! Ποια είσαι λοιπόν;
- Εγώ παιδί μου, είμαι η Υπομονή. Εγώ δεν έχω να σκορπίσω γύρω μου ψεύτικα χαρίσματα στα τυφλά, όπως η Τύχη, ούτε θέλω να τάξω την ευτυχία σε κανέναν για να ξεγελάσω και να τον πάρω μαζί μου. Για να φτάσης ως την κορυφή του βουνού θα κοπιάσης πολύ. Όμως ο κόπος σου κι’ ο ύπνος θα είναι γλυκύτατοι.
- Έλα να πηγαίνωμε πριν νυκτωθούμε στο δρόμο. Η μέρα της ζωής δεν είναι μεγάλη.
Ο παππούς στάθηκεν άξαφνα για να πάρη μια πρέζα ταμπάκου, ενώ τα εγγόνια του τον κύτταζαν ανυπόμονα στα μάτια και πρόσμεναν το τέλος της ιστορίας του.
Στα στερνά το μικρότερο, μια ξανθούλα έξι χρόνων, δεν κρατήθηκε και τον ρώτησε:
- Λοιπόν, παππού, έφτασες απάνω στο βουνό;
Ο παππούς άπλωσε το χέρι στα ξανθά της τα μαλλάκια, την χάϊδεψε και της είπε με συγκινημένη φωνή:
- Μικρούλα μου, αν δεν έφτανα εκεί, δεν θα ήμουν παππούς σας σήμερα και δεν θα σας έλεγα αυτή την ιστορία».

Από το βιβλίο «Παραμύθια» του Γεώργιου Δροσίνη