Είστε εδώ

ΑΡΙΣΤΟΜΕΝΗΣ ΠΡΟΒΕΛΕΓΓΙΟΣ - ΦΙΛΟΣ TOΥ ΔΡΟΣΙΝΗ

Ο Αριστομένης Προβελέγγιος, φίλος του Δροσίνη, λυρικός και δραματικός ποιητής, ακαδημαϊκός, γεννήθηκε στη Σίφνο το 1850 και πέθανε το 1936.
Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών φιλοσοφία και φιλολογία και εν συνεχεία στη Γερμανία στο Βύρτσμπουργκ, Λεκρία, Μόναχον και στην Ιένα από όπου πήρε και το διδακτορικό του. Έγινε Γενικός Γραμματέας του Πανεπιστήμιου και χρημάτισε βουλευτής από το 1899 μέχρι levitra generic cost το 1905. Έμεινε στη Σίφνο τον περισσότερο καιρό της ζωής του και έγραψε και Θεατρικά έργα.
Αγαπούσε και θαύμαζε τον Δροσίνη. Τα αισθήματά τους ήταν αμοιβαία. Ο εγγονός του Αριστομένη Προβελέγγιου, ο Αλέξανδρος Πετρόπουλος έδωσε στο Σύλλογο μία φωτογραφία, ανέκδοτη, στην οποία βλέπει κανείς τον Κωστή Παλαμά, τον Γεώργιο Δροσίνη και τον Αριστομένη Προβελέγγιο στο γραφείο του Δροσίνη στο Σ.Ω.Β. Σε αυτό το γραφείο, έζησε ώρες πολλές ο Δροσίνης και έχει πολλά γράψει γι’ αυτό στα «Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου». Υπάρχει ένα κεφάλαιο που μιλάει για κάποια χαριτωμένη στιχομυθία ανάμεσα σε αυτόν και το φίλο του τον Προβελέγγιο. Πριν όμως αναφερθούμε σ’ αυτήν, πρέπει να πούμε, ότι στο γραφείο του Δροσίνη υπήρχε μία κεφαλή τής Υγείας, γύψινη που είχε την ιστορία της κι’ αυτή.
Όταν ο Δροσίνης εργαζόταν στο Υπουργείο χρειάστηκε κάποια στιγμή, να αντικαταστήσει τον Τμηματάρχη του Αρχαιολογικού Τμήματος. Εκεί γνώρισε έναν Ιταλό γυψουργό, τον Τζοβανίνι, τον οποίο και όρκισε όταν αυτός επιτέλους διορίστηκε μόνιμος υπάλληλος. Ο Δροσίνης του ζήτησε ένα γύψινο εκμαγείο της κεφαλής της Υγείας. Ο Τζοβανίνι του δώρισε μια υπέροχη κεφαλή που είχε καλλιτεχνήσει για τον εαυτό του, μόλις βρέθηκε το άγαλμα, πριν από τον Ευρωπαϊκό Πόλεμο και πριν καταστραφεί, μέσα στο πλυσταριό όπου έμεινε έξι ολόκληρα χρόνια. Η κεφαλή είναι πράγματι υπέροχη.
Η Υγεία τοποθετήθηκε στο γραφείο του Δροσίνη προς μεγάλη χαρά πολλών φίλων. Ο Γεώργιος Γρατσιάνος, Επιθεωρητής του Υπουργείου Παιδείας συνήθιζε να λέει: «Το γραφείο σου είναι πραγματικόν Ιερόν Υγείας της ψυχικής και της πνευματικής υγείας».
Ο Δροσίνης στα «Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου», στη σ. 52 γράφει:
«Ο Πολέμης ήτον περισσότερο από λάτρης της Θεάς, ήταν ερωτευμένος μαζί της».
Ο Καμπούρογλους έλεγε: «Πώς να γυρίσω να ιδώ άλλη γυναίκα βγαίνοντας από δω, όλες μου φαίνονται καρακάξες».
Κάθε φίλος του είχε και διαφορετική αντίδραση, κανείς όμως δεν έμενε αδιάφορος μπροστά στη θεά.
Ας δούμε όμως τι γράφει ο Δροσίνης για την ίδια τη θεά και για τη στιχομυθία που αναφέραμε με τον Προβελέγγιο:
«Το κεφάλι της Υγείας έγινεν η προσωποποίησις του Ωραίου στο ταπεινό γραφείο μου και τ’ όνομα που του έδωσεν ο Γρατσιάνος δεν ήτον αταίριαστο. Η χάρη που μου έφερεν ήτον αλήθεια θαυματουργή. Από τότε που θρονιάστηκε φύλακας και προστάτισσα εκεί, τίποτε το άρρωστο και άσχημο δεν εβγήκε από την πόρτα μου, παρά μόνον το δυνατό και το ωραίο. Δεν πιστεύω να λατρεύθηκε κανένα άλλο άγαλμα θεάς και στ’ αρχαία ιερά, τόσο πιστά και άξια, όσο λατρεύθηκε η Υγεία στο ιερό της τα είκοσι χρόνια, που ήμουν ο κλειδοκράτοράς του. Και μόνον εκείνους από τους αξιότερους και πιστότερους να θυμηθώ, που δεν ζουν πια, φθάνει...
Πρωτοστατούσεν ο Αριστομένης Προβελέγγιος. Έμενε στη Σίφνο, το αγαπημένο του νησί, και ήρχουνταν για λίγο στην Αθήνα αργά και που. Ήξερε πως ήμουν πολύ πρωινός στο γραφείο μου και από το βαπόρι βρίσκουνταν εκεί, πριν να πάη στο σπίτι της κόρης του, που θα τον φιλοξενούσε .Έφερνε κάθε φορά μαζί του στίχους καινούργιους ή κάποιο νέο δράμα του και κάποτε με ξεχωριστή ευχαρίστηση μου άφησε στο τραπέζι μου την Ιφιγένειά του συμπληρωμένη με τον Πρόλογο.
— Ορίστε την επί τέλους, που όλο μου έγραφες πως θα μείνη στα χέρια μου γεροντοκόρη. Είναι έτοιμη για παράσταση.
Έμπαινε γεμάτος ζωή σωματική και ψυχική, που του έδινεν ο αιγαιοπελαγίτικος αέρας, και με τον ιερουργικό τόνο της φωνής του, που τον χαρακτήριζε, χαιρετούσε με ευλάβεια πρώτα την κεφαλή της Υγιείας:
— Χαίρε, Θεά!
Ύστερα, έπαιρνε ένα κάθισμα αντίκρυ της και στύλωνε τα μάτια επάνω της άφωνος.
— Πως σε ζηλεύω, που περνάς κάθε ημέρα ώρες στο πλάγι της! Τι εμπνεύσεις θα σου δίνη. Πόσα ποιήματά σου θα χρωστάς σ’ αυτή και πόσα έργα σου, εδώ στο σύλλογο, ζωντανά ποιήματα!
— Να σου πω, δεν κατάλαβα ποτέ καμμιά ιδιαίτερη επίδρασή της.
— Και τι μ’ αυτό; Μήπως καταλαβαίνομε την επιρροή, που έχει στη φαντασία μας μια αστερόφωτη νύκτα, μια τρικυμισμένη θάλασσα; Κι’ όμως. αν την ιδίαν ώρα δε μας κάνουν να συλλάβωμε τίποτε ωραίο, χωρίς αυτή την επιρροή δεν θα γίνουνταν ύστερα από μήνες, από χρόνια κάποτε, ένα ποίημά μας.
Για συλλογίσου και θα με δικαιώσης.
Ñ Σε δικαιώνω σ’ αυτό που λες, Μου θυμίζεις τώρα ένα παλιό κυνήγι μου χειμώνα στο Θεσσαλικό κάμπο .Ήτον άτυχο και γύρισα χωρίς καμμιάν εντύπωση. Και όμως ύστερα από δεκαπέντε χρόνια έγραφα ένα ποίημα εμπνευσμένο από το κυνήγι μου εκείνο, και κάποτε μάλιστα είπαν, πως δεν είχε τίποτε το ελληνικό και πως φαίνουνταν η μίμηση του 'Ιψεν!»

Από την αλληλογραφία του Γ. Δροσίνη με τον Προβελέγγιο μεταφέρουμε μερικές επιστολές και αποσπάσματα.
Γράφει ο Γεώργιος Δροσίνης στον Προβελέγγιο:
«Φίλτατε,
Έλαβα το γράμμα σου και τας κάμπας του φοβερού κηροσκώρου. Αυτός είναι ο θωρακισμένος εχθρός των μελισσών ο αψηφών τα κεντήματά των. Αν είχες όμοιον θώρακα δια τα βέλη του έρωτος...
Απ’ εδώ νέα του κύκλου, τίποτε δεν έχω. Γυρίζομε το μαγγανοπήγαδο μ’ όλην αυτήν την ζέστην .Ο Πολέμης έδωσε εν μονόπρακτον σκηνικό παιχνίδι εις την Κυβέλην: την Φρύνην. Εγώ όταν κλέψω καμμιά ώρα ησυχίας, γράψω κανένα οκτάστιχον και το κρύβω εις τα βάθη του συρταριού μου. Και συ καλότυχε τίποτε; Κάμε μας μίαν σειράν θαλασσινών τραγουδιών μικρών και σπαρταριστών από φρεσκάδα πριν έβγουν τα σύκα και σε ξελογιάσουν.
Σε φιλώ
Γεώργιος Δροσίνης»

Ο Προβελλέγιος γράφει στον Δροσίνη:
α) «Αγαπητέ μου Γιώργο,
Πολύ με απασχολεί η Ιφιγένεια. Εδιάβασα πάλι τον Ευριπίδη και τον Ρακίναν. Και ιδού οι εντυπώσεις μου. Το έργον του Ευριπίδη είνε υπέροχον, τέλειον. Η δε Ιφιγένειά του, πού στην αρχή κλαίει και οδύρεται και παρακαλεί τον πατέρα της να μην την θυσιάση, στο τέλος αίρεται εις ύψη ηρωισμού και αυτοθυσίας, και με ωραία λόγια αποφασίζει να θυσιασθή υπέρ του μεγαλείου της Ελλάδος. Εδώ εσκόνταψα. Αυτή η Ιφιγένεια ειν’ εκείνη που εφαντάστηκα κι εγώ. Εδώ εσταμάτησα. Πώς να τολμήσω να μετρηθώ με τον Ευριπίδην εις αυτό το υψηλόν του δημιούργημα; Και θέλω και δεν θέλω. Βεβαίως εγώ θα παρουσιάσω την Ιφιγένεια ευθύς εξ αρχής γενναίαν και μεγαλόψυχον κτλ. Γράψε τι να κάμω. Το θέμα «εμπνέει αλλά και με φοβίζει.»

(Επιστολή της 18 Δεκεμβρίου 1924)
β) «[...] - Εδώ καράβια πνίγονται, και σεις μικρές βαρκούλες, πού πάτε; - Αυτό μου θύμισε το γράμμα σου. Στέκω εμπρός σε πέλαγος, που με σέρνει η ομορφιά του να το ταξειδέψω, αλλά και το φοβάμαι. Και συ μ’ εγκαρδιώνεις με τα πειστικά σου λόγια και με σπρώχνεις. Και αποφάσισα. Πώς θα τα καταφέρω; δεν το ξέρω. Αφού και ο Ευριπίδης ακόμη δεν έμεινε άτρωτος από τα βέλη των κριτικών, αρχίζοντας από τον Αριστοτέλη έως τον (Schiller) Σίλλερ.
Αλλά συ φαίνεται αποφάσισες να με βουλιάξης όλως διόλου. Δεν σε φθάνει η Ιφιγένεια εν Αυλίδι αλλά θέλεις και την εν Ταύροις να μετρηθώ πάλι με το αριστούργημα του Γκαίτε. Τέλος πάντων, για την εν Αυλίδι ελήφθη πλέον η απόφασις. Κι’ αν ναυαγήσω, συ θάχης την αμαρτία».

(Επιστολή της 25 Ιανουαρίου 1925)
γ) «[...] Η Ιφιγένεια πλέον βρίσκεται στα σκαριά. Έχω καταστρώσει τας πράξεις και τας σκηνάς - για μένα τουλάχιστο το δυσκολώτερο - κ’ έχω γράψει στο μεταξύ και αρκετούς στίχους. Ας ιδούμεν, αν από τα σκαριά θα βγή καμμιά ωραία και υπερήφανη φρεγάτα, ή κανένα παληοκάϊκο ».
(Επιστολή της 13 Μαρτίου 1925)
δ) «[...] Μετά τα Φώτα έβαλα εμπρός την Ιφιγένεια. Την άφηκα παραπονεμένη τόσον καιρό, και για να μπω πάλι στην υπόθεσι, άρχισα ν’ αντιγράφω και να διορθώνω όσους στίχους έχω γράψει. Και δεν είμαι δυσαρεστημένος, αν και ομολογώ κ’ αισθάνομαι, ότι πολύ ετόλμησα».
(Ιανουάριος του 1926)

Από το ημερολόγιο του Δροσίνη διαβάζουμε:
6 Ιουνίου 1946
Ο Δροσίνης άφησε το ερημητήριο της Κηφισιάς, εκεί όπου δεν ακουγόταν άλλη φωνή από τα κελαϊδίσματα των πουλιών και κατέβηκε στη συνεδρία της Ακαδημίας.
«Η υποδοχή πού μου έκαναν ήτον πολύ συγκινητική, από φιλιά σε φιλιά και από αγκάλιασμα σε αγκάλιασμα. Αλλά πολλούς τρόμαξα να τους αναγνωρίσω, τόσον άλλαξαν, εγήρασαν. Στην αίθουσα μπήκα, κι’ αφού υπόγραψα το βιβλίο παρουσίας, πήγα και κάθισα στην παλιά μου θέση στ’ αριστερά, άκρη άκρη της τετάρτης σειράς εδρών. Αλλά τα πλαγινά μου ήταν αδειανά. Έλειπαν όλοι οι παλιοί φίλοι: ο Παλαμάς, ο Προβελέγγιος, ο Κουρουνιώτης. Μόνος λοιπόν, τελευταίος εγώ σε όλα, για να θυμούμαι τους άλλους. Αυτά είναι της μακροβιότητος τα χρέη.»