Είστε εδώ

Η ΑΘΑΝΑΤΗ ΦΙΛΗ ΤΟΥ Γ. ΔΡΟΣΙΝΗ ΑΙΚΑΤΕΡΙΝΗ ΕΥΛΑΜΠΙΟΥ ΤΥΠΑΛΔΟΥ

Ομιλία της Δήμητρας Κωνσταντίνου.
Ο Δροσίνης ξετυλίγοντας ήρεμα το νήμα της ζωής φτάνει στα 52 του χρόνια. Προηγήθηκαν σπουδές στην Αθήνα και τη Γερμανία, επαγγελματική σταδιοδρομία, επιτυχίες και απογοητεύσεις, οικογενειακή ζωή, γάμος, παιδιά, χωρισμός.
Από τη φύση του ήρεμος, αισιόδοξος, χωρίς εκρήξεις, έτοιμος να βοηθήσει, να προσφέρει χαρά, με σκοπό πάντα, να μην προκαλέσει πόνο ή ακόμα στεναχώρια, πορεύεται σ’ όλη του τη ζωή. Παρ’ όλα αυτά κάνει την πρώτη του επανάσταση, την ώρα που πιστεύει, ότι βρήκε τη συζυγική ευτυχία.
Ο Δροσίνης ήθελε να είναι ο τέλειος αδελφός, ο καλός φίλος. Για τον έρωτα γίνεται «ο κακός», για την μεγάλη αγάπη, αφήνει όνειρα και επιθυμίες. Ήθελε να γυρίσει στην αγαπημένη του Λειψία, βρέθηκε όμως μπλεγμένος στα δεσμά του γάμου.
Ξεπέρασε τύψεις, υποχρεώσεις, φιλίες και παντρεύτηκε την ωραιότατη Μαίρη Κασσαβέτη. Και τα χρόνια πέρασαν, είκοσι περίπου και ο καημός έρχεται σ’ αυτόν. Η πληγή ανοίγει, ο πόνος τον επισκέπτεται, όταν η γυναίκα του μαζί με τα τρία παιδιά τους, φεύγει στο εξωτερικό. Ο άνθρωπος που αγαπάει τα παιδιά και την πατρίδα, βρίσκεται με άδεια χέρια και την οικογένειά του στα ξένα. Ο γιός του δεν υπηρετεί την Ελλάδα, τη χώρα που τόσο αγάπησε ο πατέρας του, και τόσα της πρόσφερε.
Η Μπεμπούλα, ο Κωνσταντίνος και η Λίλυ παντρεύονται ξένους και ζουν στη Λωζάννη, Παρίσι, Ρώμη. Εκείνος δίπλα στα ανύπαντρα αδέλφια του, Σταύρο και Κάκια, κυλά η ζωή χωρίς παιδιά και εγγόνια. Μια ζωή που δεν τον εμπνέει και του στερεί τη δημιουργία.
Ο Δροσίνης έγραφε ποιήματα από το περίσσευμα της ψυχής του. Μόνο στα δύσκολα χρόνια της κατοχής, ζήτησε χρηματική βοήθεια από την πένα του. Στα χρόνια της δημιουργίας δούλευε σε δυο και τρεις δουλειές, από το πρωί μέχρι αργά τη νύχτα, μέρες γιορτής και σχόλης, αλλά περιουσία δεν έκανε ποτέ.
Βρισκόμαστε λοιπόν στα 52 του χρόνια. Επαγγελματικές χαρές και συγκινήσεις πολλές. Η γυναικεία συντροφιά όμως είναι απούσα, όπως και η Μούσα.
Έχει καθιερωθεί ως ποιητής, αλλά η απογοήτευση τον ζώνει. Απέτυχε στην προσωπική του ζωή λοιπόν;
Η «Αμαρυλλίδα» του, η ιδανική γυναίκα των ονείρων δεν βρέθηκε;
Τα χρόνια αρχίζουν να τον βαραίνουν, αλλά η ζωή είναι μπροστά του. Η Μοίρα που τον οδήγησε μέχρι σήμερα, δεν τον ξεχνά. Είναι αυτή, που δεν τον άφησε να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Έμεινε ο αιώνιος φοιτητής, όπως λέει ο ίδιος. Είναι αυτή που τον έκανε δημοσιογράφο, με την Εστία σαν προίκα. Είναι η ίδια που στα 49 του χρόνια τον έκανε πρώτο γραμματέα του Σ.Ω.Β. και μπόρεσε να δει τα όνειρά του, που πρότεινε και δούλεψε γι αυτά, να πραγματοποιούνται. Τυχερός άνθρωπος!
Ήταν όνειρα άπιαστα για εκείνον τον καιρό κι όμως ο Δροσίνης τα έκανε πραγματικότητα. Σχολή Τυφλών, (Αμπέτειο Ίδρυμα) Σεβαστοπούλειος Σχολή η πρώτη Τεχνική Σχολή, (που κτίστηκε με τη βοήθεια του ιδρυτή Σεβαστόπουλο), Πρότυπο Σκοπευτική Σχολή Αθηνών (Μπελλένειος).
Η μοίρα λοιπόν, με τα βέλη του φτερωτού θεού, τον βρίσκει στο ΣΠΙΤΑΚΙ της Σεβαστοπούλειου Σχολής στους Αμπελοκήπους. Το σπιτάκι αυτό στη γωνία αριστερά του μεγάλου οικοπέδου, είχε γίνει, για να κατοικήσουν εκεί ο επιστάτης στον πρώτο όροφο και ο διευθυντής της Σχολής στο δεύτερο. Το καλοκαίρι του 1910 ο Δροσίνης επίπλωσε το επάνω πάτωμα για να παρακολουθεί τις εργασίες της Σχολής. Έμενε εκεί τον περισσότερο καιρό. Από το 1911 έως 1913 είχε τελειοποιήσει την εγκατάστασή του σε σωστό σπιτικό, όπως ο ίδιος γράφει στα Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου:
«Είχα μεταφυτέψη εκεί από τον κήπο του σπιτιού μας, όταν το γκρέμισαν για να κτιστή η Ιονική Τράπεζα, τα λεμονόδεντρά του και τις καλύτερες τριανταφυλλιές του, και τα δυο αγιοκλήματά του. Και ίσα ίσα μπροστά στο Σπιτάκι είχα βάλη τον μεγάλο χειμώνανθο, το καμάρι του παλιού μας κήπου, για να μου χαρίζη εδώ τα ευωδιαστά του άνθη, χρυσά στολίδια της Πρωτοχρονιάς. Την Άνοιξη του 1913 ο κήπος είχε φθάση στη μεγαλύτερη ακμή του και με λαχτάρα επρόσμενα όλη την εβδομάδα, κλεισμένος στο Υπουργικό γραφείο μου, το μεσημέρι του Σαββάτου, για να πάρω το δρόμο προς το Σπιτάκι!»
Στο «Σπιτάκι» κάθε Κυριακή ερχόταν ο Μπισκίνης. Συχνά ερχόταν ο Ροϊλός, που το ζωγράφισε κιόλας, ο Λουκίδης, ο Τόμπρος, ο Παλαμάς και πολλοί άλλοι.

Είναι 3 Μαΐου του 1911 σούρουπο. Ο Δροσίνης με τον Μπισκίνη μετρούν τα τριαντάφυλλα στο κήπο της Σεβαστοπούλειου Σχολής έξω από το ΣΠΙΤΑΚΙ .
Το κουδούνι της σιδερένιας αυλόπορτας κτυπά και ο Παγανέλλης, φίλος, λογοτέχνης, με συντροφιά ένα ζευγάρι, έρχονται xωρίς προειδοποίηση, για ένα χαιρετισμό στον Ποιητή. Το ζεύγος είναι γνωστό, στην Αθηναϊκή Κοινωνία. Ο σύζυγος Αναστάσιος Τυπάλδος, πλούσιος, ξεχωριστό άτομο, έχει παντρευτεί την Αικατερίνη Ευλαμπίου, μια γυναίκα ωραιότατη, μεγαλωμένη στον πύργο του πατέρα της στη Βιέννη, μορφωμένη, καλλιεργημένη, με μια προσωπικότητα εκθαμβωτική.
Ο ίδιος περιγράφει την συνάντησή τους στα Σ.Φ.Ζ. ως εξής:
«Η συζήτηση κυλά γύρω από την λογοτεχνία. Απαγγέλλονται ποιήματα. Κάποια στιγμή η κυρία Τυπάλδου, που ήταν ένας ξεχωριστός άνθρωπος με παρακαλεί να της απαγγείλω ένα καινούργιο ποίημά μου, ανέκδοτο. - Δεν έχω τίποτα καινούργιο της απαντώ, δεν γράφω πια ποιήματα.
- Γιατί;
- Σταμάτησε η έμπνευση.
- Θα σας δώσω μια συμβουλή, λέει τότε η κυρία. Όταν δεν έχετε έμπνευση να μεταφράζετε. Το ίδιο έκανε και ο Γκαίτε και έλεγε. «Ακονίζω το μυαλό μου». Έχω μαζί μου ένα ποίημα του Felix Dörmann, που μ’ αρέσει, ακούστε το. Και το απαγγέλλει !
- Δοκιμάστε να το μεταφράσετε, του λέει, δίνοντάς του το. Είμαι σίγουρη πως θα βγει κάτι πολύ ωραίο».
Ο Δροσίνης μπροστά σ’ αυτή την πρόκληση δεν είναι έτοιμος. Το ποίημα κατ’ αρχήν τον συγκινεί. Ήταν γραμμένο για κείνον, για εκείνη την περίοδο της ζωής του. Η μοίρα λες να του έπαιξε και πάλι το παιχνίδι της; Προσπάθησε να απαλλαγεί. Αρνήθηκε. Αλλά η κυρία Τυπάλδου δεν ήταν εύκολη παίχτρια. Επέμενε, τον έπεισε και μάλιστα του πρότεινε:
- Αύριο θα έλθουμε να απολαύσουμε τη δεύτερη δημιουργία του.
Ο Τυπάλδος χωρίς να νιώσει ότι εκείνη η μέρα, θα άλλαζε τα πάντα στη ζωή του, προσφέρεται να έρθει την άλλη μέρα με το αυτοκίνητό του, να τον πάρει και να πάνε όλοι μαζί, στο «καφενεδάκι» της Ακρόπολης, γνωστό μέρος έμπνευσης του Δροσίνη.
Ο Ποιητής δεν θυμάται να είπε ναι, αλλά δεν επέμενε πια στο όχι.
Θυμάται όμως καλά την ώρα, που φύλαγε το χέρι της κυρίας, ότι την άκουσε να λέει:
- Αφού δεν θέλετε να έρθουμε εμείς, τότε θα συναντηθούμε αύριο το απόγευμα στο αγαπημένο σας «λιμάνι».

Μικρές ασήμαντες στιγμές και μικρές ασήμαντες λέξεις μπορούν ν’ αλλάξουν τη ζωή μας ολάκερη. Δεν συμφωνείτε;

Ο Δροσίνης το βράδυ διαβάζει το ποίημα. Τα γαλλικά του άψογα, οι στίχοι τον συγκινούν, θα μπορούσε να το είχε γράψει ο ίδιος. Τα βάσανά του κρυμμένα ήταν αθώρητα στα αδέλφια και στους φίλους. Δεν ανέφερε ποτέ το όνομα της γυναίκας του, ούτε στα γράμματα των κοριτσιών του. Με τον γιό του δεν αλληλογραφούσε.
Κάποτε ένας συγγενής του ζήτησε να στείλει περισσότερα λεφτά στην γυναίκα του, που ζούσε στην Ελβετία μαζί με την μικρότερη κόρη, και εκείνος θύμωσε (σπάνιο για τον χαρακτήρα του) και τον παρακάλεσε να μην επανέλθει ξανά στο θέμα αυτό. Όταν πέθανε η γυναίκα του στη Λωζάννη, η αγαπημένη του κόρη Μπεμπούλα, έκλαψε το χαμό της. Ο Δροσίνης την δικαιολόγησε, αλλά εκείνος δεν είχε ούτε δάκρυ, ούτε δύναμη για να στεναχωρηθεί. Του είχε σκοτώσει κάθε συναίσθημα, χρόνια τώρα με τη στέρηση των παιδιών του, με το ψυχικό θάνατο του γιού του.
Ο Κωνσταντίνος ο γιος, που έφερε το όνομα τού αγαπημένου του αδελφού, δεν έκανε το στρατιωτικό του καθήκον στην Ελλάδα, κατάφερε να πάρει δίπλωμα στα τριάντα του χρόνια από ένα Πανεπιστήμιο του Παρισιού, αφού πέρασε από τα Πανεπιστήμια της Λειψίας και της Γενεύης. Και στην προσωπική του ζωής; δυο γάμους χωρίς παιδιά, πρώτα με μια Αυστραλιανή και έπειτα με μια Γαλλίδα.
Η Μπεμπούλα για είκοσι χρόνια αρνιόταν να συναντήσει τον αδελφό της και μόνο στα χρόνια του πολέμου, όταν χτύπησε η αρρώστια και η ανέχεια, τα δυο ζευγάρια ανταμώθηκαν κάπου στην Ιταλία.
Όταν η Τυπάλδου έδωσε στον Δροσίνη το ποίημα του Dormann σίγουρα δεν ήξερε το μυστικό του, αλλά οι στίχοι το μάντεψαν. Το βράδυ μεταφράζοντάς το, φοβήθηκε ότι δεν το απέδωσε σωστά. «Είναι τόσο δικό του. Ναι, δεν θα της πει το μυστικό του, δεν θα την αφήσει να πονέσει με τις δικές του πληγές. Ναι, θέλει να μείνει κοντά του, να γίνει συντρόφισσά του στο δρόμο της ζωής, αλλά θα την κλείσει έξω από την πόρτα του πόνου. Μόνος εκείνος θα τραβήξει το Γολγοθά του !

Την άλλη μέρα ο Ποιητής φθάνει πρώτος στο καφενεδάκι της Ακρόπολης. Νιώθει σαν νεαρός, που πάει να συναντήσει την αγάπη του. Άραγε το ποίημα θα απογοητέψει;
Οι φίλοι έρχονται σιγά – σιγά ξέροντας, ότι θα ζήσουν την αρχή μιας καινούργιας δημιουργίας. Η μούσα θα κερδίσει πάλι τον Ποιητή, εδώ που ξέρει να του μιλάει !
Η Τυπάλδου ωραιότατη μέσα στο κατάλευκο μακρύ φόρεμά της μ’ ένα ολόλευκο καπέλο, ένα σάλι ολοκέντητο σε παστέλ τόνους, κατεβαίνει με τη βοήθεια του συζύγου της από το αυτοκίνητό τους. Προχωράει αργά προς το καφενεδάκι. Ο Δροσίνης την βλέπει από μακριά. Την περιμένει όρθιος στην πόρτα. Την κοιτάζει πιο πολύ με την καρδιά, παρά με τα μάτια. Αυτή είναι η Αμαρυλλίδα του, η γυναίκα που περίμενε τόσο καιρό ! Τι κρίμα που ανήκει σε άλλον!
Η Τυπάλδου ανεβαίνει το τελευταίο σκαλί. Ο Δροσίνης σκύβει να της φιλήσει το χέρι. Νιώθει μια αναστάτωση σαν ερωτευμένο παληκάρι. Το χέρι της γυναίκας αφήνεται στο δικό του. Η επαφή τον αναστατώνει. Τα χείλη του βρίσκουν το δροσερό δέρμα, το άρωμα δυναμώνει την αίσθηση. Η γυναίκα κατακτά τον άντρα. Αργότερα η Τυπάλδου με τα ποιήματά της θα μαγέψει τον Ποιητή. Τα νειάτα, η ομορφιά και η παρουσία τής Τυπάλδου αναστατώνουν όλη τη συντροφιά. Το καφενεδάκι φαίνεται φτωχό, μικρό, άσχημο. Η κυρία ρωτάει:
- Λοιπόν κύριε Δροσίνη;
- Δοκίμασα χθες το βράδυ ... δεν ξέρω αν θα σας αρέσει.
- Ας μην το διαβάσουμε εδώ, συνεχίζει η κυρία. Πάμε στο θέατρο του Ηρώδου Αττικού, είναι ανάμεσα στα μάρμαρα τα αρχαία, που είναι η πιο κατάλληλη ατμόσφαιρα !
Τι ιδέα υπέροχη! Στ’ αλήθεια, μόνο μια ψυχή σαν της Τυπάλδου θα μπορούσε να νιώσει, πόσο βοηθάει το υπέροχο περιβάλλον του αρχαίου θεάτρου, σκέφτεται ο Δροσίνης. Γύρω – γύρω από το Ηρώδειο γκριζοπράσινα πεύκα και ψιλόλιγνα κυπαρίσσια κρύβουν από μακριά την είσοδο του Θεάτρου. Η πρόσβαση όχι τόσο εύκολη. Τα στενά μονοπάτια ανάμεσα σε πέτρες και θάμνους σε φέρνουν κοντά στο κεντρικό άνοιγμα. Η Ακρόπολη κρυφοκοιτάει από ψηλά. Ο ήλιος ρίχνει τις τελευταίες του ζεστές ακτίνες παίζοντας κρυφτό με τις καμαρωτές πανύψηλες καμάρες. Τα εσωτερικά τοιχώματά τους παίρνουν φωτιά. Ο χώρος μέσα στο θέατρο μαγευτικός, επιβλητικός γεμάτος μνήμες και φωνές .....
Οι φίλοι σκορπίζονται, στο ημικυκλικό αμφιθέατρο. Ο Δροσίνης παίρνει θέση στη μέση της επίπεδης ορχήστρας. Πίσω υψώνεται η σκηνή. Ο Ποιητής συγκινημένος απαγγέλει:
Άφησε τα χαδιάριακα, γλυκά ρωτήματά σου !
Τα βάσανά μου, αθώρητα, ξεφεύγουν τη ματιά σου.
Και το κρυφό μου, που η καρδιά βαθυά κλεισμένο τώχει,
Δε θα σ’ το πουν τα χείλη μου, δε θα το μάθης. όχι!.

Μαζί μου θάρθης ως εκεί, που κλει η θύρα ο πόνος,
Αλλά το δρόμο των καυμών, θα τον περάσω μόνος .

Χειροκροτήματα ακολουθούν το τέλος της απαγγελίας.
Η κυρία Τυπάλδου σηκώνεται και τον πλησιάζει, του σφίγγει το χέρι θέλοντας να του περάσει τα συναισθήματά της, αυτά που δεν λένε τα λόγια. Γέρνει το κεφάλι της στον ώμο του και ψιθυρίζει σαν να λέει κάποιο μυστικό:
- Το ξαναδημιουργήσατε !
Η Τυπάλδου έδειξε θαυμασμό και οικειότητα προς τον Δροσίνη, πράγμα του έγινε αντιληπτό από τον Ποιητή. Σαν μάγισσα σκόρπισε τα σύννεφα, και η Μούσα, που κρυφοκοίταζε, κέρδισε το στοίχημα! Ο Δροσίνης γράφει. Γράφει για Εκείνη, γράφει για να ελευθερωθεί. Η ποίηση μέσα στην καρδιά του ξυπνά από το λήθαργο και χαίρεται και πάλι. Η ποίηση τους ενώνει ! Εκείνη διαλέγει ποιήματα και εκείνος δημιουργεί.
Στο ημερολόγιό του γράφει:
«Τώρα μάλιστα, που παραιτήθηκα από τη Γραμματεία της Ακαδημίας και πήρα τέσσερις μήνες άδεια από τον Σ.Ω.Β., δεν θα πηγαίνω καθόλου εκεί θα κλειστώ στο σπίτι μου, τα απογεύματα θα βάλω μπρος το «ΕΙΠΕ».
Ξέρουμε από δικές του διηγήσεις, ότι συνήθιζε να γράφει ποιήματα σε οποιοδήποτε χαρτί, είτε στη δουλειά στο Υπουργείο, είτε στο γραφείο στο Σ.Ω.Β, το έριχνε στο συρτάρι ή στην τσάντα του και όταν συγκεντρωνόταν κάποιος αριθμός, τα ξεχώριζε, με κόκκινο μολύβι και αποφάσιζε σε ποια συλλογή θα πήγαινε το κάθε ένα. Εδώ βλέπουμε αλλαγή. Θέλει να παρουσιάσει σε σύντομο χρονικό διάστημα τη δουλειά του. Θέλει ίσως να μιλήσει με αυτόν τον τρόπο σ’ «ΕΚΕΙΝΗ» να τον θαυμάσει, να την συγκινήσει !
«ΕΙΠΕ και εγώ ξαναλέω». Μια ολόκληρη ποιητική συλλογή με τον τίτλο ΕΙΠΕ θα κυκλοφορήσει πολλά χρόνια μετά ! Το εξώφυλλο φιλοτεχνημένο από τον Δ. Μπισκίνη παρουσιάζει το κεφάλι μιας πανώριας θεάς, πίσω από μια λύρα, της οποίας οι χορδές γίνονται σιδερένιος φράκτης. Ακριβώς από πίσω, ένας τοίχος δείχνει τα αξεπέραστα εμπόδια και ο ήλιος στο βάθος λάμπει μιλώντας για την πρόσκαιρη γλυκιά ελπίδα και ζεστασιά που δίνει.
Πριν μάθουμε εάν ο θαυμασμός, το ταίριασμα μπροστά στην Ποίηση έγινε κρυφός δεσμός ή χάθηκε με τα πρώτα κρύα του χειμώνα ας γνωρίσουμε καλύτερα την Αικατερίνη Ευλαμπίου Τυπάλδου. Η οικογένεια του Σπυρίδωνος Ευλαμπίου, ζούσε τον περισσότερο καιρό στη Βιέννη, όπου έχει κάνει περιουσία. Είχε τρεις κόρες. Δεχόταν στο φιλόξενο σπίτι έλληνες λόγιους, ξεχωριστές προσωπικότητες, και πολλούς φοιτητές.
Ένας απόγονος των Τυπάλδων κατέθεσε σ’ ένα μέλος του Συλλόγου μας, ότι η πρώτη συνάντηση του Δροσίνη με την Αικατερίνη, έγινε όταν αυτή ήταν μόλις 15 ετών, στον Πύργο τους στην Αυστριακή πρωτεύουσα.
Η Αικατερίνη παντρεύτηκε τον Αναστάσιο Τυπάλδο. Οι Τυπάλδοι είναι μεγάλη οικογένεια από την Κεφαλονιά, με πολλούς κλάδους και απογόνους. Από τα χρόνια του Αγώνα για την ελευθερία μέχρι σήμερα έπαιξαν σημαντικό ρόλο, τόσο στην πολιτική, όσο και στην οικονομική ζωή του κράτους. Το ζεύγος Αναστασίου Τυπάλδου απέκτησε δυο παιδιά, τον Γεράσιμο και την Φωτεινή ή Φώτη.
Η Αικατερίνη Τυπάλδου, στην Αθήνα, κάνει παρέα με την αγαπημένη της αδελφή Λήδα Max Vauthier. Ο γαμπρός της, καλλιεργημένος και φίνος άνθρωπος, συντροφεύει πολλές φορές τις δυο αδελφές και μιλούν για ποίηση και λογοτεχνία.
Η οικονομική άνεση του συζύγου της, της δίνει μια ζωή που θα ζήλευε κάποιος που θα την έβλεπε από μακριά. Τα δυο της παιδιά είναι άρρωστα και μάλιστα η παιδούλα της, στα 15 της χρόνια, φεύγει από τη ζωή σε κάποιο νοσοκομείο στο Παρίσι. Ο γιος χάνεται πολύ αργότερα λίγο μετά τον Β ́ Παγκόσμιο Πόλεμο. (1944)
Η Τυπάλδου συγκλονίζεται από τη γνωριμία του Δροσίνη. Είναι βέβαιο, ότι οι πρωτοβουλίες ξεκινούν από αυτή, γιατί μαθαίνουμε, ότι όταν ο άντρας της γίνεται πρεσβευτής και τον στέλνουν στην Κωνσταντινούπολη, εκείνη δεν τον ακολουθεί.
Αν και ο Δροσίνης δεν έκανε το πρώτο βήμα, είναι έτοιμος για τη δεύτερη επανάστασή του. Ένας δεσμός μακριά από τα «πρέπει» και το κατεστημένο γεννιέται. Η απόφαση σίγουρα δεν ήταν εύκολη, κι ούτε ο Ποιητής μας θα μπορούσε να απαιτήσει αφοσίωση. Ο Δροσίνης δεν πήρε ποτέ διαζύγιο αντίθετα μ’ εκείνη, που χωρίζει από τον άνδρα της. Η αρρώστια της κόρης της για χρόνια την κράτησε δίπλα στο κρεβάτι του πόνου. Βρίσκεται στο Παρίσι το 1923, πριν από την οριστική απώλεια, με τραυματισμένη καρδιά.
Ο άνθρωπος που συνάντησε ήταν σε μια ηλικία που μιλά το συναίσθημα πιο πολύ από τις αισθήσεις, και βρίσκεται στην Αθήνα. Του στέλνει στα γενέθλιά του, την Προσευχή του Renan. Ένα σπάνιο βιβλίο, μια θαυμάσια έκδοση με πολύχρωμες εικόνες. Ο Δροσίνης το δέχεται, όπως γράφει ο ίδιος, σαν χάρισμα φιλικό μιας λάτρισσας του Ωραίου.
Είναι πάντα η μάγισσα, η αιθέρια ύπαρξη, Η ΑΘΑΝΑΤΗ ΦΙΛΗ !
Ο ίδιος γράφει: «Μια τελευταία αναλαμπή στη μνήμη μου έχει το Καφενεδάκι: στον εορτασμό της Εκατονταετηρίδος του Ρενάν στην Ακρόπολη.
Το όνομά του έχει δέση με τον ιερό Βράχο, η περίφημη «Προσευχή του στην Αθηνά». Τα εκατό χρόνια από τη γέννησή του, που εώρταζε η Γαλλία και συνεώρταζε παντού ο κόσμος των Γραμμάτων, δεν έπρεπε να περάσουν αδιάφορα για εμάς.
Ίσα – ίσα λίγο καιρό πριν είχα λάβη από το Παρίσι χάρισμα φιλικό μιας λάτρισσας του Ωραίου, τη θαυμάσια έκδοση της Προσευχής με πολύχρωμες εικόνες.
Δεν την άνοιξα, όταν την έλαβα, δεν έκοψα τα φύλλα της. Έκανα τάμα να την πάρω μαζί μου μια ημέρα ηλιόφωτη και να την διαβάσω κάτω από το δυτικό αέτωμα του Παρθενώνος, στ’ απόσκιο, καθισμένος σ’ ένα ξύλινο σκαμνί, που το έφερνε πάντα εκεί ο φύλακα. Έγινεν όπως το έταξα κ’ επειδή ήτον καθημερινή πρωί κανένας αδιάκριτος δικός μας ή ξένος δεν επέρασε από κοντά μου να μ’ ενοχλήση. Ο φύλακας από σεβασμό, είχε πάη στο ανατολικό αέτωμα του Παρθενώνος, αφού μου έδωσε το σκαμνί του.
Ήμουν λοιπόν μόνος με συντροφιά δυο κάτασπρα περιστέρια, καθισμένα ψηλά καταντικρύ μου σαν να ήταν σκαλιστά σ’ ένα σπασμένο μάρμαρο. Επήρα θάρρος από τη μοναξιά και για να χαρώ διπλά τη μουσικότητα της Προσευχής, με το μάτι και με το αυτί άρχισα να τη διαβάζω μεγαλόφωνα. O noblesse ! o beauté simple et vraie..... Κ’ εξακολούθησα χωρίς διακοπή ως το τραγικό τέλος πως κ’ οι θεοί, καθώς κ’ οι άνθρωποι, περνούν και δεν είναι αιώνιοι.
Όλη την ώρα τα δυο περιστέρια σαν να είχαν στ’ αληθινά μαρμαρώση, δε σάλεψαν από τη θέση τους. Μόνον όταν ετελείωσα και μ’ ένα ασυναίσθητο τίναγμα ενθουσιασμού πετάχθηκα ορθός, τρόμαξαν και ξεφτερούγισαν κτυπώντας τα φτερά σαν να χειροκροτούσαν».
Είμαστε λίγες μέρες μόνο πριν την εκατονταετηρίδα του Ρενάν. Είναι ο Δροσίνης που έπεισε την κυβέρνηση, δηλ. το κράτος, να τον τιμήσουν. Είναι αυτός που ετοίμασε την κάθε λεπτομέρεια για το θρίαμβο, που θα συγκλόνιζε Αθήνα και Παρίσι, συγγενείς, φίλους ακόμα και αδιάφορους υπαλλήλους του Υπουργείου εξωτερικών και των Πρεσβειών!
Ο Δροσίνης με την Τυπάλδου συναντήθηκαν στο πνευματικό χώρο, ενώθηκαν με φιλία και μαθαίνουμε από τον ίδιο τον Ποιητή ότι έγινε δεσμός.
«...... είχα μια φοβερή αποτυχία στο 1891. (εννοεί τον γάμο του με την Μαίρη Κασσαβέτη) για να έλθη μετά 20 χρόνια η μεγαλύτερη επιτυχία της ζωής μου, η συνάντηση και ο στενότατος δεσμός μου με την Αθάνατη Φίλη τού ΕΙΠΕ».
Παρ’ όλα τα ήθη της εποχής, η Τυπάλδου χωρίζει το 1942, παρ’ όλο ότι κρατά το δικαίωμα να έχει το επώνυμο του συζύγου της, συζεί με το Δροσίνη πολλά χρόνια αλλά στο τέλος της ζωής του δεν συναντιούνται παρά ελάχιστες φορές.
Ο δεσμός αυτός πρέπει να κράτησε 30-32 χρόνια. Κέρδισαν ώρα με την ώρα την ευτυχία τους, αναζητώντάς τη στην πνευματική απόλαυση και στην ψυχική ταύτιση.
Ο Δροσίνης γράφει: «....για 30 χρόνια σχεδόν όλα τα Χριστούγεννα, συμφωνούσαμε με την Αθάνατη Φίλη να διαβάζουμε την παραμονή των Χριστουγέννων, πλαγιασμένοι στο κρεβάτι, την συναρπαστική σκηνή από τον Brand του Ίψεν .»
Το ποίημα που ακολουθεί υπάρχει στην ποιητική του συλλογή «Φωτερά Σκοτάδια» σ. 119, και μιλά για τη μοίρα, το δεσμό του και την γλυκόπικρη ευτυχία που απολάμβανε κοντά της.
Τι ΤΑΧΑ, αν δεν τους εζευγάρωσε
Χρυσό αρραβώνος δαχτυλίδι;
Τα δυο του χέρια η Μοίρα τάδεσε
Με σιδερένιο δαχτυλίδι
.

Τι τάχα, αν δεν τους εστεφάνωσε
Του γάμου ανθόπλεχτο στεφάνι;
Τα μέτωπά τους αιματόβρεχτα
Σμίγει το ακάνθινο στεφάνι.

Πρέπει να σταθούμε στους δυο τελευταίους στίχους. Ο καθένας τους έχει νιώσει τ’ αγκάθια να τον τρυπούν, έχει πληγές ανοικτές, αιμορραγούν χωρίς ελπίδα γιατρειάς. Αλλά όταν είναι κοντά, όταν διαβάζουν, όταν απαγγέλουν τα κείμενα και τους στίχους, που τους συγκινούν, τότε ο ήλιος ζεσταίνει σαν το μεσημέρι. Τότε τα χρόνια είναι πίσω τους και η ζωή μπροστά τους. Τόση πίκρα, τόσος πόνος για τόση λίγη ευτυχία!
Το 1912 εκδίδει το ΕΙΠΕ, ο πρόλογος του βιβλίου, μάς μαθαίνει όλα τα μυστικά του Δροσίνη.

[ΑΛΛΟΣ ΕΙΠΕ]
Ο Δροσίνης γράφει: « Άλλος είπε κ’ εγώ ξαναλέω
Καλής μοίρας θέλημα άφησε εμπιστεμένα στα Χέρια μου μια δωδεκάδα τετράδια χειρόγραφα σε γλώσσα ξένη, αλλά από ψυχή Ελληνική και σε λόγο πεζό, με ρυθμική φόρμα – ξεχείλισμα μιας απόκρυφης λατρείας και τέχνης.
Αυτά τα χειρόγραφα προσπάθησα να ξαναπλάσω σ’ ελληνικό στίχο, όσο μπορούσα πιο πιστά και πιο ταιριαστά με το κάθε νόημα και τον κάθε ρυθμό του πρωτόγραφου, μερικά κομμάτια, ένα μικρό, πολύ μικρό μέρος του όλου. Έτσι το βιβλίο αυτό, δουλεμένο είκοσι χρόνια, μοιάζει με ρυάκι, που αργοπερνώντας ανάμεσα σε πυκνοφυτεμένο δάσος καθρεφτίζει στα άβαθη νερά και τρεμόσβυστα, λίγα μόνον από του δάσους τα δέντρα.»
Πρόκειται για δημιουργική μετάπλαση ενός μέρους από γραπτά στη γερμανική γλώσσα, που του είχε εμπιστευθεί η Αικατερίνη Ευλαμπίου- Τυπάλδου, τα οποία ο ποιητής επεξεργαζόταν είκοσι χρόνια, από το 1912 έως το 1932, οπότε και εκδόθηκε η συλλογή, από τον εκδοτικό οίκο Σιδέρη. Δεν πρόκειται για απλή μετάφραση. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα το είχε δηλώσει από την αρχή ο Δροσίνης. Δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που τον απασχολεί μια τέτοιας μορφής δημιουργία. Όταν για είκοσι χρόνια επεξεργάζεται ένα υλικό που του έχει εμπιστευθεί πρόσωπο αγαπημένο, με το οποίο φυσικά θα μοιράζεται αισθήματα, ιδέες, αγωνίες προβληματισμούς, είναι σαν να ξαναγράφει ο ποιητής τις δικές του σκέψεις, σαν να εκφράζει τη δική του ευαισθησία. Με την ιδιότυπη αυτή «συνεργασία» επιτυγχάνεται η ανασύνθεση, η αναδημιουργία ενός ξεχωριστού έργου.
Ο Δροσίνης είχε τον καημό του τον ακολούθησε μέχρι το θάνατό του, τη στέρηση των παιδιών του. Η Τυπάλδου κτυπήθηκε πιο σκληρά με την αρρώστια, των παιδιών της τον καθημερινό φόβο του θανάτου και από το θάνατο τον ίδιο. Ο Ποιητής έζησε σαν δικό του παιδί το χαμό της Φώτης της κόρης της Τυπάλδου. Δεν μπορούσε παρά να αναζητήσει στην πένα του την λύτρωση τής στεναχώριας του.
Γράφει στο Ημερολόγιό του χρόνια πολλά αργότερα: «Ως το 1923, μόνος μου σταθμός στην Πολιτεία των Νεκρών ήτον ένας πράσινος ξύλινος πάγκος ... κοντά στον τάφο της μητέρας μου (εκεί) αναζητούσα δυνάμωμα σε ώρες ψυχικής αδυναμίας.
Εκεί αποκαρδιομένος από την ασκήμια της ζωής που με τριγύριζεν ασφυκτικά τότε (+26.12.1923 Φώτη Τυπάλδου) ένιωσα τον πόθο του θανάτου.
Από τότε που πέθανε και θάφτηκε στα ξένα (στο Παρίσι) μια πολύ αγαπημένη μου παιδούλα, πριν πατήση τα δεκαέξι χρόνια (Η Φώτη Τυπάλδου) και κάποιος άλλος τάφος μ’ έκραξε κοντά του: ο τάφος της μοναχοκόρης γνωστής οικογενείας με ιστορικό όνομα, ο τάφος της Μαρίας Δεληγιάννη (κοιμισμένη του Ιωάννου Βιτσάρη) έχει κάτι το τρυφερό και παρθενικό, είναι αθώα παιδούλα.
Η δική μου η στοργή για την κοιμισμένη του Βιτσάρη ήτον το συνταίριασμα της κοιμισμένης του με τη δική μου αγαπημένη παιδούλα δεκαέξι χρόνων κ’ εκείνη πεθαμένη στα ξένα. Έτσι θωρούσα στο σκαλισμένο μάρμαρο τόσο τη μια, όσο και την άλλη. Από το συνταίριασμα αυτό γεννήθηκαν τρία σονέτα φυλαγμένα από τότε μένουν στα χαρτιά μου πρωτόβγαλτα.»
Όταν πέθανε η κόρη της Τυπάλδου ο Δροσίνης γράφει την ποιητική συλλογή «ΛΑΜΠΑΔΕΣ». Μια ωραιότατη συλλογή με καλλιτεχνικά σχέδια του Δ. Μπισκίνη, η οποία όμως δεν δημοσιεύθηκε αμέσως, γιατί το άλλο παιδί ήταν ήδη άρρωστο και φοβήθηκε μήπως προκαλέσει περισσότερο πόνο παρά γαλήνη και γιατρειά στη μάνα.
Ο Καζώνης στο περιοδικό « ΚΟΥΒΕΝΤΕΣ» σ.σ. 17-18 γράφει:
«Το 1948 μετά το θάνατο του γιού της Τυπάλδου, κυκλοφορεί η συλλογή - Λαμπάδες - τυπωμένη όπως είπαμε πριν από είκοσι τρία χρόνια (1923). Αυτό το βεβαιώνει η φίλη του Δροσίνη Άννα Τεργιάζου σ’ ένα γράμμα της:
«- Γιατί αφήσατε στο σκοτάδι 20 χρόνια τις ΛΑΜΠΑΔΕΣ σας;
- Σ ́ αυτή την ποιητική μου συλλογή, τραγουδώ την ομορφιά και την ατυχία στην ζωή μιας κόρης Αθηναίας, της Τυπάλδου, που είχα με την οικογένειά της μεγάλο φιλικό δεσμό. Αυτή πέθανε στην Ελβετία από φυματίωση πάνω στο λουλούδιασμα των δέκα επτά χρόνων της ... Μεγάλο κρίμα. ο θάνατός της με ελύπησε τόσο πολύ ώστε κάθισα κι έγραψα τους στίχους των - Λαμπάδων - σαν ένα μικρό κι ευλαβικό μνημόσυνο στην εκκλησιά της μνήμης της.
- Την τυπώσατε τότε τη συλλογή σας ;
- Και βέβαια ναι, αλλά ο αδελφός της που έμενε στο Χαλάνδρι ήταν κι’ αυτός φυματικός. Για να μην μάθη λοιπόν το θάνατο της αδελφής, που αν το μάθαινε εκείνη τη στιγμή θα χειροτέρευε σίγουρα η υγεία του, γι’ αυτό και δεν την κυκλοφόρησα.»
Μαθαίνουμε ότι το 1925 κατατέθηκαν δυο αντίγραφα των Λαμπάδων στην Εθνική Βιβλιοθήκη των Παρισίων. Η συλλογή δόθηκε στη δημοσιότητα το 1948, οπότε έγινε η εισαγωγή αντιτύπων στην Εθνική μας Βιβλιοθήκη και άρχισαν και οι οικονομικής φύσεως συζητήσεις του Δροσίνη με τον εκδότη Σιδέρη.
Βρισκόμαστε στο 1949. Μετά την κατοχή των Γερμανών οι καιροί ήταν δύσκολοι. Ο Δροσίνης με την αδελφή του στην Κηφισιά, τα παιδιά του στο εξωτερικό, όλοι με οικονομικά προβλήματα. Ο Ποιητής περιμένει ίσως για πρώτη φορά, βοήθεια από την πένα του. Οι «Λαμπάδες» δίνονται στα βιβλιοπωλεία και όπως γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας. ο Ελευθερουδάκης μόλις έβαλε το βιβλίο στη βιτρίνα την ίδια μέρα ξεπούλησε. Ο Δροσίνης ζητά τα λεφτά από τον Σιδέρη και αναγκάζεται να βάλει δικηγόρο τον Λογοθέτη, για να μπορέσει να πάρει την αμοιβή του. Γράφει στο ημερολόγιό του:
«25/9/1949. Εκείνο που με κρατάει σε αγανάκτηση είναι η ατελείωτη καθυστέρηση εκκαθάρισις του λογαριασμού των «λαμπάδων». Πολλά εκατομμύρια δραχμών!»
Η αναφορά μας στις «Λαμπάδες» κλείνει με δυο φράσεις της Παιδούλας, με τις οποίες αρχίζει η ποιητική συλλογή:
Γιατί το λένε θάνατο και
δεν το λεν Ζωή;

ΛΟΓΙΑ ΔΙΚΑ ΤΗΣ
Και ο Δροσίνης γράφει στη σελίδα 33, μια από τις 93 σελίδες των Λαμπάδων:
Κι’ αν δε σου ανοίχτηκαν πλατιά
Τ’ Απόκρυφα για να πιστέψης,
Σ’ άφησε μια χαραματιά
Της πόρτας κάτι να μαντέψης.

Τ’ αθώρητο σ’ άλλων ματιά
Πρόφτασες π έ ρ α ν’ αγναντέψης,
Το ανάκουστο άκουσαν τ’ αυτιά
Κι’ άπλωσες το άυλο να χαϊδέψης.

Άναστρο φως το αγνάντεμά σου,
Το άκουσμα Αγγέλων μουσική,
Σε ρόδων πνοή το χάϊδεμά σου....

Κ’ έκραξες μ’ έκσταση Πυθίας
Και με φωνή λαχτάρας θείας:
- Ω ! τι ωραία που είναι Ε κ ε ί!

Το 1943 ο Δ. Μπισκίνης γράφει σ’ ένα γράμμα του προς τον Δροσίνη:
«Το ανηφόρισμα της Τέχνης το ζούμε μέσα στην ψυχή μας καθώς και κάθε άλλο αγαπημένο πρόσωπο που έφυγε πρωτύτερα από μας. Αν οι φευγάτοι αγαπημένοι μας παίρνουν κάμποσο από τη δική μας ζωή μαζί τους, ωστόσο κι εμείς κρατούμε πολύ από τη δική τους ύπαρξη στη θύμησή μας.
Για τη διαλεχτή μας φίλη κυρία Τυπάλδου πόσο λυπήθηκα για το ατύχημά της! Πόσες πίκρες της φύλαγε η μοίρα της. Η εικόνα που της ζωγράφισα κάποτε με το ακάνθινο στεφάνι στην κεφαλή της ήτανε σαν προμάντεμα για τα υστερνά, που το έκαμα τον Απρίλη του 1915 στο «Σπιτάκι». Είναι ένα έντομο που έπεσε από μιαν αγκαλιά λουλούδια, που είχατε φέρει από τον κήπο και το βάλατε με χάρη στο πράσινο ανθογυάλι. Έχει την αξία τούτη πως είναι καμωμένο με την καλή σας συντροφιά κι ότι μαζί με αυτό μας χαιρετάνε είκοσι οχτώ Απρίληδες!
Έχετε τους χαιρετισμούς της Ελπίδας και
Τα προσκυνήματα του Γιωργάκη
Με αφοσίωση
Ο φίλος σας
Δ. Μπισκίνης»

Τριάντα χρόνια, μαζί και χωριστά, δίπλα δίπλα στη δημιουργία, τα αισθήματα παρέμεναν δυνατά. Ερωτηματικά υπάρχουν. Γιατί δεν έζησαν τα τελευταία χρόνια μαζί ; Γιατί ο Ποιητής το 1945 γράφει: Αγάπη την μια φορά ήταν πολύ νωρίς και την άλλη πολύ αργά. Οι πληγές και των δυο δεν τους άφησαν να βρουν την ΕΥΤΥΧΙΑ;

ΧΩΡΙΣΜΕΝΟΙ
ΕΤΣΙ θα ζούμε; Πάντα χωρισμένοι.
θα κράζωνται οι ψυχές και τα κορμιά,
χωρίς ποτέ να σμίξωμε σε μια
ζωή θεόσταλτη κ’ ευλογημένη.

Κι’ όταν το τέλος, που όλους μας προσμένει
φτάση για μας: στερνή μας πιθυμιά –
θα κατεβής στην άλαλη ερημιά
χώρια, μακριά από με θαμμένη.

Θα δείχνουν δυο σταυροί ξεχωριστοί
στα δυο ξεχωρισμένα μνήματά μας:
τ’ ονόματα, τα άτυχα ονόματά μας,

κ’ η φλόγα της αγάπης μας σβυστή
μια σπίθα δε θ’ αφίση για σημάδι
μεσ’ στου χαμού το απέραντο σκοτάδι.

Ποιητική Συλλογή «Φευγάτα Χελιδόνια» Άπαντα τομ. Γ΄ σ. 389

Το 1949 διαβάζουμε και πάλι στο Ημερολόγιο την τελευταία αναφορά του Ποιητή και ίσως τον τελευταίο αποχαιρετισμό των δυο πρωταγωνιστών.
Σε δυο χρόνια φεύγουν και οι δυο από τον κόσμο αυτό με διαφορά πέντε μηνών.
Ο Δροσίνης γράφει: «Πολύ με συγκίνησε σήμερα το μεσημέρι, ένα τηλεφώνημα της Αθάνατης Φίλης του ΕΙΠΕ, που με ρωτά πότε ένα μεσημέρι να έρθη να με ιδή. Της αποκρίθηκα πως θα την προσμένω την Δευτέρα. Τι την έκανε τάχα να με θυμηθή; Θα με είδε στην «Νέα Εστία» τα του εορτασμού των 90 χρόνων μου. Είχα πολύ καιρό να λάβω τηλεφώνημα και την προσμένω με λαχτάρα ...»
Η Αικατερίνη Τυπάλδου 70 χρονών πέθανε λίγους μήνες πριν από το Δροσίνη (1950). Προηγήθηκε όπως πίστευε ο Ποιητής για να ετοιμάσει το αιώνιο κατάλυμά τους. Δεν μπόρεσαν να ζήσουν εδώ μαζί, ίσως έγινε αυτό στην αιώνια ζωή, την πραγματική, όπως πίστευε ο ίδιος.
Από το 1945-1950 η Αικατερίνη Τυπάλδου πληρώνει τον οικογενειακό τάφο των Τυπάλδων στο Α ́ Νεκροταφείο Αθηνών, αν και η ίδια έχει πάρει διαζύγιο με τον άντρα της από το 1917, ο οποίος κρατά τόσο τη μικρή Φώτη και τον αδελφό της.
Η ίδια ενταφιάζεται στον τάφο των Τυπάλδων στο Α ́ Νεκροταφείο. Ο Γεώργιος Δροσίνης ενταφιάζεται στο Νεκροταφείο της Κηφισιάς, όπου βρίσκεται μέχρι σήμερα.
Η μορφή της θα μείνει αιώνια χαραγμένη στο εξώφυλλο της ποιητικής συλλογής «ΕΙΠΕ», θα θυμίζει το πέρασμά της μέσα από την πένα του Δροσίνη, θα βρίσκεται εκεί στο Πάνθεο των Αθανάτων, παρέα με τον μόνο άνθρωπο, που αγάπησε πραγματικά. Και ο Ποιητής δίπλα της να της κρατά το χέρι, ακολουθώντας το δρόμο της αιωνιότητας, τι κι’ αν τα ονόματά τους γράφτηκαν σε ξεχωριστούς τάφους.