Είστε εδώ

Η προσφορά του Δροσίνη στους Ολυμπιακούς Αγώνες

Ο Δροσίνης δεν ήταν μόνον ένας τυπικός συγγραφέας του γραφείου, ποιητής της εμπνεύσεως και στοχαστής της μοναξιάς, όπως πολλοί θα ενόμιζαν ή θα μπορούσαν να υποθέσουν, αλλ’ ο αεικίνητος άνθρωπος «που ήταν μέσα σ’ όλα», ιδιαιτέρως δε, στα δημόσια πράγματα της εποχής του, όχι απλώς ως ενεργός πολίτης, αλλά και ως κρατικός λειτουργός, αφού συν τοις άλλοις εχρημάτισε και Τμηματάρχης Τμήματος Γραμμάτων και Καλών Τεχνών του Υπουργείου Παιδείας, μεταξύ των ετών 1918-24. Τιτάνιες, πράγματι, κατέβαλλε προσπάθειες για να βελτιώσει την ζωή των Ελλήνων και μέσω του κράτους, να ενδυναμώσει το έθνος. Μεταξύ, λοιπόν, άλλων πολλαπλών δραστηριοτήτων του, ως εμπνευστής των ποικίλων εκφράσεων και «στοχαστικών προσαρμογών», κατά καιρούς επελήφθη και των ακολούθων, μη αμειγώς πνευματικών, πλην όμως σαφώς εθνωφελών, πρωτοβουλιών:
Αποφασιστικής σημασίας υπήρξε και η συμμετοχή του Δροσίνη στους πρώτους Ολυμπιακούς Αγώνες των Αθηνών του 1896.
Είναι πασίγνωστον, ότι ο Γάλλος βαρώνος Pierre de Coubertin υπήρξεν ο εμπνευστής της αναβιώσεως των Ολυμπιακών Αγώνων στην σύγχρονη εποχή, ως διεθνών πλέον και όχι μόνον Πανελληνίων, όπως κατά την αρχαιότητα, και ότι το 1894, σε Διεθνές Ολυμπιακό Συνέδριο στην Σορβόννη, έπεισε τους συνέδρους να γίνουν στην Αθήνα οι αγώνες, σε δύο από τότε χρόνια. Όμως, αυτό που ακόμη παραμένει εν πολλοίς άγνωστο, είναι ότι στον ΣΩΒ και στο Μουσείο Δροσίνη υπάρχουν επιστολές που αποδεικνύουν, ότι ο Δροσίνης αλληλογραφούσε με καταξιωμένους λογίους και επιφανείς προσωπικότητες του εξωτερικού, ζητώντας αφ’ ενός μεν την γνώμη τους για την προτεινώμενη αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα, αφ’ ετέρου δε την ηθική τους υποστήριξη σ’ αυτό το τολμηρό εγχείρημα.

Ο Δημήτριος Βικέλλας, προσωπικότης διεθνούς κύρους και με μεγάλη περιουσία, έγινε ο κύριος επιχειρησιακός μοχλός της όλης προσπαθείας, ως τυπικός εκπρόσωπος της εποχής του, των δύο τελευταίων δεκαετιών του 19ου αιώνος· εποχής κατά την οποία η Ευρώπη ανέδειξε παρόμοιες μεγάλες «βικτωριανές» μορφές στον οικονομικό, κοινωνικό και πνευματικό τομέα.
Για την ιστορία, ας αναφερθεί ότι από τους Ευρωπαίους, οι μεν Γάλλοι ετάχθησαν μ’ ενθουσιασμό υπέρ των αγώνων, οι δε Γερμανοί εχθρικά, ενώ οι Άγγλοι απλώς δεν απάντησαν διόλου. Ωστόσο, από τη Γερμανία και με ιδιωτική πρωτοβουλία, ήλθαν 19 αθλητές, μέγας αριθμός αν αναλογισθούμε ότι από την Αμερική μας έφθασαν μόλις 14. Εν τούτοις, οι Γερμανοί, αν και σε πολλά αγωνίσματα ενίκησαν επιτυχόντες πολλές διακρίσεις, όταν επέστρεψαν στην χώρα τους, διαγράφησαν από τους συλλόγους τους για ανυπακοή προς τα σωματεία τους.
Για να φθάσουμε λοιπόν αισίως στο 1896, με Πρόεδρο της Πρώτης Διεθνούς Ολυμπιακής Επιτροπής τον Βικέλλα, Γενικό Γραμματέα τον Κουμπερτέν, αλλά κύριο, ανεπίσημο, λόγω της γνωστής του μετριοφροσύνης, συντονιστή της όλης ιστορικής προσπαθείας, τον Δροσίνη. Ήταν εκείνος που μέσω της εφημερίδος του «Εστίας», αλλά και της καθόλου πνευματικής, υπηρεσιακής και κοινωνικής επιρροής του, μετά κόπου και μόχθου είχε κατορθώσει να πείσει την κοινή γνώμη, και προ παντός την Κυβέρνηση, περί του εφικτού της τελέσεως των Ολυμπιακών Αγώνων στην Ελλάδα. Υπενθυμίζεται ότι εξ αιτίας της δεινής οικονομικής κατάστασης της χώρας – λιγώτερο από δυόμισυ χρόνια πριν, το Δεκέμβριο του 1893 – ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε αναφωνήσει το περιβόητο «Δυστυχώς επτωχεύσαμεν», λόγω του οποίου οι πολιτικοί ιθύνοντες φοβούνταν να δεχθούν την διεξαγωγή εδώ των αγώνων. Με έγχρωμες λοιπόν πανηγυρικές εκδόσεις της «Εστίας», οικονομικώς όμως δυσβάστακτες, ο Δροσίνης, καλύπτει προ και κατά την διάρκεια των Αγώνων τα γεγονότα, μικρά και μεγάλα, ουσιωδώς έτσι ενισχύοντας ηθικά την όλη μεγαλειώδη αυτήν εκδήλωση του νεώτερου Ελληνισμού.
Σταχυολογώντας σχετικώς τις εφημερίδες της εποχής, επισημαίνουμε ότι πριν απ’ οποιανδήποτε επίσημη αντίδραση της Κυβερνήσεως, ο Τύπος ευθύς εξ’ αρχής υπήρξε άκρως ευνοϊκός προς την ιδέα της διεξαγωγής των Αγώνων στην Ελλάδα. Στην κίνηση είχε πρωτοστατήσει φυσικά η «Εστία», συγκρίνοντας τους Ολυμπιακούς της αρχαιότητος με τα σύγχρονα Ολύμπια, ανεπισήμους πανελληνίους αγώνες που είχαν ήδη καθιερωθεί στην Ελλάδα, αφειδώς χρηματοδοτούμενοι από τον εθνικόν ευεργέτη Ευάγγελο Ζάππα, με πρώτους αυτούς του Οκτωβρίου 1859. Παρά τα τεράστια προβλήματα που αντιμέτωπιζε ακόμη τότε ο ελλαδικός Ελληνισμός, λόγω της μακραίωνης Οθωμανικής δουλείας και των εκθεμελιωτικών καταστροφών που είχεν ο τόπος υποστεί κατά τον αγώνα του ’21, οι Έλληνες είχαν το ψυχικό σθένος ν’ αρχίσουν τα Ολύμπια λιγώτερο από τριάντα χρόνια μετά τον αιματηρότατο απελευθερωτικό πόλεμο από τους Τούρκους που είχε προηγηθεί. Οι νέοι αυτοί εγχώριοι Ολυμπιακοί, μεγάλως συνέβαλαν ψυχολογικώς στην αναβίωση των συγχρόνων, διεθνών πλέον, Ολυμπιακών, όπως τους γνωρίζομε σήμερα. Οι αρθρογράφοι στον Τύπο τότε ετόνιζαν ότι, παρά τις μεγάλες διαφορές μεταξύ των ανθρώπων, χωρών και συνηθειών του χθες και του σήμερα, η αναβίωση των Αγώνων από «Κυρίους» στο Παρίσι, γέμισε χαρά και υπερηφάνεια ολόκληρο τον Ελληνισμό – ελεύθερο, απόδημο και αλύτρωτο. Αυτό περιτράνως αποδείχθηκε από την πάνδημο ενεργή συμμετοχή του στους πρώτους διεθνείς Ολυμπιακούς Αγώνες του 1896: λαός και κυβέρνηση έκαναν το παν για να επιτύχει το κορυφαίο αυτό αθλητικό γεγονός, ενώ 230 επί συνόλου 311 αθλητών ήταν Έλληνες – σχεδόν, τα τρία τέταρτα, δηλαδή. Έτσι αποδεικνύεται ότι όπως κι οι Ολυμπιακοί της αρχαιότητος, ήταν φαινόμενο αποκλειστικώς ελληνικό, το ίδιο και η σύγχρονη αναβίωσή τους, με τα Ολύμπια του 1859, 1870, 1875 και 1880, είναι εξίσου φαινόμενο ελληνικό εφόσον άρχισε ολίγα μόλις έτη από της ιδρύσεως του νεώτερου ελληνικού κράτους, άνευ του οποίου, οι Αγώνες απλώς δεν θα είχαν αναβιώσει. Διότι, κατά την διάρκεια των τετρακοσίων ετών της Τουρκοκρατίας, και ενώ οι Δυτικοευρωπαίοι την λαμπροτέρα απελάμβανον πολιτιστική περίοδο της ιστορίας τους, την Αναγέννηση (του ελληνικού, δηλαδή πολιτισμού), ουδείς διανοήθηκε τους Ολυμπιακούς ν’ αναβιώσει.
Με τον Δροσίνη ως τον τέλειον εκφραστή της μεγάλης αυτής εθνικής μας ιδιοτυπίας, που στην ανθρωπότητα εκτός από τον πολιτισμό, προσέφερε και τους Ολυμπιακούς, αλλά και τα Ίσθμια, τα Πύθια, τα Νέμεα καθώς κι’ όλους τους άλλους αγώνες, τοπικούς και μη, απανταχού του Ελληνισμού, από τον Όλυμπο ως τα Ιμαλάια, ας θυμώμαστε και κάποια πράγματα και ας μην τα λησμονούμε …

Νικόλαος Β. Μαυρολέων