Είστε εδώ

Ο ΔΡΟΣΙΝΗΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΑΜΑΡΑ ΤΟΥ

1. Η ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΑ
«Αυτό που θα ιδής παρεκεί θα σε ξαφνίση βέβαια, η μεγάλη προτομή του Ναπολέοντος θρονιασμένη επάνω στη ντουλάπα των ρούχων. Από πού κι’ ως πού; Θα ταίριαζε περισσότερο στη Λέσχη των Αξιωματικών ή στα Γραφεία του Γενικού Επιτελείου. Και ούτε με θυμάσαι φανατικόν θαυμαστή του Ναπολέοντος. Σου δίνω την εξήγηση. Και ο Ναπολέων ήταν πριν στο - Σπιτάκι - (στη Σεβαστοπούλειο Σχολή), αφημένος εκεί για φύλαξη από μια λάτρισσα της δόξας του, πριν ξενιτευθή. Η προτομή αυτή μου έχει δώσει αφορμή να γράψω στα 1921 έναν ύμνο για τα - Εκατό Χρόνια του Ναπολέοντος -, και αρχίζει:

ΣΤΑ ΕΚΑΤΟ ΧΡΟΝΙΑ ΤΟΥ ΝΑΠΟΛΕΟΝΤΟΣ 1821-1921
Εκεί, μεσ’ στο μικρό κελλί, που κάποια Μούσα ιέρεια
Τον Αυτοκράτορα έστησε με τα πιστά της χέρια,
Του πρώτου αιώνος γιώρτασα το πέρασμα: του πρώτου
Απ’ την αθανασία του – κι’ όχι απ’ το θάνατό του.

Για την ορθή, Καισαρική, χαλκοχυμένη του όψη,
Μόνα στολίδια τόλμησε το χέρι μου να κόψη
Και ν’ αποθέση ταπεινά κισσού κ’ ελιάς ζευγάρι:
Του Διονύσου βότανο, της Αθηνάς κλωνάρι.

Τάδεσα με τα χρώματα, που φώτισεν η Δόξα
- Τα λάβαρά του: τρίχρωμα ουράνιά του τόξα,
Και κάρφωσα εν’ αϊτόφτερο κάποιας ολύμπιας γέννας,
Που κλώσσησε τους χρυσαϊτούς του Άουστερλιτζ και της Ιένας.

Ενός μεσολογγίτικου σπαθιού γυμνή τη λάμα
Την άπλωσα αφιέρωμα και προσφορά και τάμα
- Σ’ Εκείνον, που ήτον το γραφτό, για την ελευτεριά μας
Φως απ’ τα νεκροκέρια του να δώση στα κεριά μας.
Δυο τουφεκιών συντρίμματα, παλικαριάς μαρτύρια,
Τα στύλωσα του φτωχικού βωμού λιβανιστήρια
Κι’ άναψα για λιβάνι τους λίγο μπαρούτι: νάχη
Στον ύπνο του όνειρο, καπνό και μυρωδιά από μάχη.

Κ’ ένα ρολόϊ παλιό χρυσό – δικός του ή χάρισμά του –
Του απόδωσα, που βλέποντας γραμμένο τ’ όνομά του
Στην πλάκα απάνω, απείραχτο τ’ άφησ’ ως τώρα ο Χρόνος
Ώρα την ώρα να μετρά το πέρασμα του αιώνος.

Φτωχά κρυφά αν τον γιώρτασα δεν είναι καταφρόνια
Στην δοξασμένη μνήμη του: και στα παλιά τα χρόνια
Μακριά απ’ τα πλούσια και λαμπρά μαρμάρινα ιερά τους
Λάτρευαν μέσ’ σ’ απόκρυφες σπηλιές τους Αθανάτους».

Στο Μουσείο Δροσίνη υπάρχει η μεγάλη και ογκώδη αυτή προτομή. Είναι ακουμπισμένη πάνω σε μια βιτρίνα, (δεν υπάρχει ντουλάπα) όποιος την προσέξει, μαθαίνει την ιστορία της και συναισθάνεται την ευαισθησία του Δροσίνη να μην την αφήσει ορφανή στη Σχολή αλλά να την πάρει κοντά του στο σπίτι του στην Κηφισιά.

ΝΑΠΟΛΕΩΝ

Το κάθε τι από σένα η δύναμη
Της ψυχής μεγαλόπλαστο το δείχνει:
Φωτιά, που καίει στον κάμπο ανάμεσα,
Χιλιόμακρους τους ίσκιους γύρω ρίχνει.

Και το σπαθί σου όταν σου ζήτησεν
Ο νικητής, – χωρίς απόκριση άλλη –
Στη θήκη χτύπησες το χέρι σου
Και στύλωσες ολόρθο το κεφάλι. –

Μα η άρνησή σου άστραψε πιώτερο,
Παρ’ αν έσερνες το σπαθί απ’ τη θήκη.
Κι’ ο νικητής απόμεινε άφωνος:
Την ώρα εκείνη είχε χάση τη νίκη! …

Ποιητική Συλλογή Πύρινη Ρομφαία σ.σ. 20 - 21.

2. Ο ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΟΣ
«Ένας Καλογιάννος μπαλσαμωμένος, καθιστός σ’ ένα ξερόκλαδο και κλεισμένος με γυαλιά ολόγυρα μάς κυττάζει ασάλευτος με τα θαρρετά χαντρένια μάτια του. Ήρθε καθώς τον βλέπεις παραγγελμένος στη Γερμανία και χαρίστηκε με την επιγραφή, που διαβάζεις χαραγμένη σε μια ασημένια πλακίτσα:
Πιστός ο Καλογιάννος
στους κάμπους κελαηδεί:
Είναι στίχος από ένα ποίημά μου τυπωμένο στα Φωτερά Σκοτάδια. Η μοίρα του ήταν να ξαναγυρίση στα χέρια μου και να συντροφέψη τους άλλους Καλογιάννους εδώ και εκεί ζωγραφιστούς να κρέμωνται σε κάθε γωνιά της κάμαρας.
Το ξέρεις από παλιά χρόνια πως είναι το αγαπημένο μου πουλί, τραγουδημένο μόνον από μένα, ύστερα από τον Βαλαωρίτη, που κ’ εκείνος, μόνος από τους παλιούς, το τραγούδησε. Είναι αληθινά παράξενο, πως το πουλάκι αυτό μένει άγνωστο στην Τέχνη την Ελληνική, ενώ αλλού όχι μόνον ετραγουδήθηκεν όσο και το αηδόνι. Και μήπως δεν είναι σαν φθινοπωρινό αηδόνι, με το γλυκύφωνο κελάδημά του, στους κήπους μας μόλις δροσίσουν τη γη τα πρωτοβρόχια; Το ακούν όλοι, το χαίρονται και δεν ξέρουν το ελληνικό όνομά του. Μόνον όσοι έζησαν έξω και μάλιστα στην Ελβετία, το ξέρουν από κει με το όνομά του – Κοκκινολαίμη –
Rouge – gorge».

Στο Μουσείο υπάρχει ο ΚΟΚΚΙΝΟΛΑΙΜΗΣ και συνεχίζει να κοιτάζει με τα χαντρένια μάτια του, τους επισκέπτες του Μουσείου.

ΕΝΑΣ ΚΑΛΟΓΙΑΝΝΟΣ ΣΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ
ΠΟΥΛΙ των κάμπων κοκκινόθωρο,
Ποιά πλάνα τύχη τώχει στείλη
Στο βράχο, πού χαμόκλαδα είναι οι πέτρες του
Δέντρων κορμοί οι πεσμένοι στύλοι;

Φλόγα της ζωής άξαφνη, ανέλπιστη,
Μέσ’ σε μια πλάση νεκρωμένη,
Δείχνει σα θάμα: στα λευκά τα μάρμαρα
Την κοκκινάδα του γραμμένη.

Και πότε μοιάζει ρόδο, που άνθισε
Σε τάφου πλάκα — γέννα Χάρου —
Και πότε αιματοστάλαμα, που ανάβρυσεν
Από βαθειά πληγή μαρμάρου.

Ποιητική Συλλογή Κλειστά Βλέφαρα Άπαντα Β΄ σελ. 196.

3. Η ΓΥΨΙΝΗ ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΠΑΛΑΜΑ
«Η προτομή αυτή έχει την ιστορία της. ….
Μια Κυριακή μαγιάτικη του 1915, που ήταν στο - Σπιτάκι – της Σεβαστοπουλείου Σχολής μαζί μου όλη την ημέρα ο Παλαμάς, ο Τόμπρος και ο Μπισκίνης, παρακίνησα και τους δύο να κάνουν τον Παλαμά.
Ο Μπισκίνης που είχε πάντα τα σύνεργα της τέχνης του, καταπιάστηκε αμέσως κ’ έκανε σε μιαν ώρα ένα μικρό πολύ συμπαθητικό σκίτσο με λάδι, που δεν ηθέλησε να μου τ’ αφήση ο Παλαμάς και το πήρε για το γραφείο του. Ο Τόμπρος όμως χρειαζόταν πηλό. Κατά τύχη βρέθηκε πηλός στο υπόγειο της Σχολής, που τον εμεταχειρίζονταν για την πλαστική τους τα παιδιά, και σε λίγο βγήκε από τα γοργοκίνητα δάκτυλα του Τόμπρου ο Παλαμάς αυτός, που βλέπεις τώρα γύψινον.
Έμενε στον πηλό πολλά χρόνια με τον κίνδυνο να σκορπισθή κάποτε, και για να εξασφαλισθή τον πήρε ο Τόμπρος και τον στερεοποίησε γύψινο. Δεν κατορθώθηκε καθώς λογαριάζαμε, να σταλή στο Παρίσι και να χαλκοχυθή σε πολλά ομοιότυπα και μένει μοναδική η μικρή αυτή προτομή του Παλαμά, που και ως τώρα την θαυμάζουν για τη δυνατή της έκφραση όσοι τη βλέπουν».

Σκόρπια Φύλλα της ζωής μου τόμος Γ΄ σ. 111.

Η προτομή υπάρχει στο Μουσείο και οι επισκέπτες μπορούν να θυμηθούν τον αγαπημένο φίλο του Δροσίνη και να θαυμάσουν κι αυτοί με την σειρά τους την δυνατή έκφραση, που ο Τόμπρος κατάφερε να αποδώσει κάποιο απόγευμα στο –Σπιτάκι –.

4. ΜΙΑ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΚΑΝΤΗΛΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ, ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥΣ.
Στο Μουσείο υπάρχει η ασημένια καντήλα εκκλησίας χωρίς λάδι και χωρίς φυτίλι που μας διηγείται ο Δροσίνης ότι είναι «χάρισμα γειτονοπούλας της Κηφισιάς, ρίχνει για μένα, για τους άλλους αθώρητο - το άσβεστο φως της Αγάπης».
Η γειτονοπούλα είναι η Καίτη Μάνου τελευταία Μούσα του Ποιητή.
Ακριβώς από πάνω από την καντήλα υπάρχουν μερικές εικόνες θρησκευτικές. Σ’ αυτή που αναφερόμαστε και έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι ο Χριστός με τους Αποστόλους, που περπατούν ανάμεσα στα καρπερά στάχυα του αγρού. Μπροστά ο Χριστός με τον Πέτρο και ακολουθεί ο Ιωάννης, χαϊδεύοντας τα στάχυα με το χέρι του, μόνο και μόνο επειδή τα είχε ακουμπήσει ο Χριστός!

Ο Γ. Δροσίνης περιγράφοντας την «κάμαρά» του σταματά στις εικόνες, και ιδιαίτερα του Βέλε, δυτικής τεχνοτροπίας, το Χριστό με τους Αποστόλους, διασχίζουν ένα χωράφι με στάχυα.
Ο Δροσίνης αφιέρωσε το ακόλουθο τετράστιχο γι’ αυτήν την εικόνα:
Στα ολόχρυσα τα στάχυα ανάμεσα.
Περνούν οι άλλοι ακολουθώντας Τον,
Κι’ ο νεώτερος εσύ κι’ αγαπημένος Του
Χαϊδεύεις με το χέρι σου
Τα στάχυα που Τον άγγιζαν στο διάβα Του.

Οι στίχοι περιγράφουν ακριβώς την εικόνα ο Χριστός προχωράει μπροστά δίπλα στον Πέτρο και από πίσω ακολουθούν οι μαθητές. Ο Ιωάννης χαϊδεύει τα στάχυα μόνο και μόνο επειδή πέρασε ο Χριστός λίγο πριν και τα ακούμπησε.
Ο Δροσίνης πίστευε βαθιά χωρίς να πηγαίνει συχνά στις εκκλησίες. Όταν κάποτε ρωτήθηκε είπε: Δεν είμαι καλός Χριστιανός!
Στο μουσείο υπάρχει αυτή η εικόνα ανάμεσα σε άλλες βυζαντινής τεχνοτροπίας, τα παιδιά αναγνωρίζουν τις άλλες του εικόνες, αυτή τι βλέπουν σαν κάδρο, επειδή ακριβώς είναι δυτικής τεχνοτροπίας.

5. Η ΜΙΚΡΗ ΑΣΗΜΕΝΙΑ ΠΛΑΚΑ ΔΙΗΓΕΙΤΑΙ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ.
Ο Δροσίνης γράφει:
«Ανάμεσα στις δύο βιβλιοθηκούλες θα σε παραξενέψη μια πολύ μικρή ασημένια πλάκα, μαυρισμένη από τον καιρό. Διάβασε χαραγμένους δυό στίχους γερμανικούς:
Drum rüst dich Seel, zieh das Schwert !
Es ist ein Ziel, des Kampfes wert !

24.12.16
Οι στίχοι αυτοί είναι από τον Brand του Ibsen, και η πλάκα έχει μικρή ιστορία:
Ένα γυναικείο φιλικό μήνυμα το πρωΐ της Παραμονής των Χριστουγέννων του 1916 μ’ έστειλε ν’ ανέβω στο βραχόκτιστο εκκλησάκι της Παναγίας, στην πλαγιά της Ακροπόλεως, απάνω από το Θέατρον του Διονύσου, και να ανασηκώσω μια παλιά εικόνα κρεμασμένη εκεί, του Αγίου Γεωργίου. Πίσω από την εικόνα βρήκα την πλάκα αυτή με την ωραία προσταγή, και από τότε την έχω ως σύμβολον για να παίρνω θάρρος και δύναμη στο δρόμο της ζωής.
- Ξεσπάθωσε, ψυχή μου και τράβα εμπρός !
Ο σκοπός σου, αξίζει τον αγώνα !»

Σήμερα στο Μουσείο, ανάμεσα στα προσωπικά του αντικείμενα, αλλά μέσα σε βιτρίνα, ξεχωρίζει η μικρή ασημένια πλάκα και θυμίζει την ανωτέρω διήγηση του Δροσίνη και συμβουλεύει τον επισκέπτη: Βάλε ένα σκοπό στη ζωή σου και αγωνίσου γι’ αυτόν. Ακόμα κι’ αν δεν νικήσεις, έχεις κερδίσει τον «Αγώνα».

6. ΤΡΙΑ ΚΑΔΡΑΚΙΑ ΝΙΚΗΣΑΝ ΤΟ ΧΡΟΝΟ.
Ο Δροσίνης γράφει:
«… καρφωμένες στον τοίχο τρεις μικρούλες όμοιες τετράγωνες τζαμωτές κορνίζες μαύρες και στην καθεμιά ένα όνομα χρυσογραμμένο σε μαύρο ατσάλι Göethe, Schiller, Wagner. Λαμποκοπούν τα γράμματα σαν να τυπώθηκαν χθες και όμως ο χρυσωτής της Λειψίας τα τύπωσε το 1887. Κάτω από κάθε όνομα κολλημένο ένα φύλλο, δάφνης στων ποιητών και κισσού στου μουσικού. Τα φύλλα δάφνης, εκόπηκαν από τα στεφάνια, που εσκέπαζαν τα φέρετρα των ποιητών στην Κρύπτη του Βαΐμαρ, και του κισσού το φύλλο από τον τάφο του Βάγνερ στο Μπάυροϋτ. Κανείς δεν το πιστεύει, πως μένουν έτσι απείρακτα από το πέρασμα μισού αιώνος, σαν ν’ αντιφεγγίζουν κάτι από την αθάνατη δόξα των τριών ονομάτων.»

Στο Μουσείο Δροσίνη τα τρία αυτά καδράκια θυμίζουν τους «Αθάνατους» ξένους και τα λόγια του Δροσίνη. Τα φύλλα και ο Δροσίνης νίκησαν το χρόνο.
Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου τόμος Γ΄. σ. 109