Είστε εδώ

Ποιήματα από την Ποιητική Συλλογή Φευγάτα Χελιδόνια ΧΕΛΙΔΟΝΙΑ 1911

Ο ΔΡΟΣΙΝΗΣ ΚΑΙ Η ΚΑΙΤΗ ΒΙΘΥΝΟΥ- ΜΑΝΟΥ.

Από τα κείμενα του Δροσίνη μαθαίνουμε ότι η Κηφισιά έγινε μόνιμη κατοικία των Δρoσίνηδων από το 1939.
Τα χρόνια πέρασαν, το σώμα βάρυνε. Ο Δροσίνης δεν μετακινείται πια εύκολα. Η καλοκαιρινή βεράντα προς τη μεσημβρινή γωνία του σπιτιού γίνεται το γραφείο του. Αντικρίζει την Πάρνηθα και γράφει τα ΣΚΟΡΠΙΑ ΦΥΛΛΑ ΤΗΣ ΖΩΗΣ ΜΟΥ.
Η «Αθάνατη φίλη», η μεγάλη αγάπη του Δροσίνη, τoν επισκέπτεται ελάχιστα. Στην κάμαρά του απέναντι ζει η τελευταία Μούσα του. Ένα κοριστόπουλο γεμάτο δροσιά και χάρη.
Θυμάται ότι, όταν πρωτογνωρίστηκαν, ήταν Φθινόπωρο το 1928, ήταν μεσημέρι. Εκείνος διάβαζε στον εξώστη του υπνοδωματίου του. Η αδελφή της έπαιζε μια σονάτα του Beethoven και μια γυναικεία νεανική φωνή έκλεισε τη μεσημβρινή αυτή συναυλία. Ο ίδιος γράφει: «Πέρα από το πλαγινό δρομάκι και τα χαλάσματα των Αγίων Θεοδώρων, για πρώτη φορά ξεχωρίζω απ’ ένα μεγάλο δίπατο σπίτι, να έρχεται γλυκόφωνο τραγούδι. Τι θαύμα !»
Αναζήτησε τη φωνή και συνάντησε τη γυναίκα. Δεν τραγουδούσε μόνο ωραία, αλλά διάβαζε επίσης θαυμάσια. Τα νιάτα της, το χαμόγελό της, τα χέρια της τον κατακτούν. Μερικοί περίπατοι στους καταπράσινους δρόμους της Κηφισιάς, οι συζητήσεις τους, η παρέα της τον επηρεάζουν, τον εμπνέουν. Γράφει ποιήματα για την Καίτη.
Διαλέγουμε από την Ποιητική Συλλογή Φευγάτα Χελιδόνια:

Η ΝΙΟΤΗ ΣΟΥ
ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΑ ανθισμένη η Νιότη σου,
με της αφροντισιάς τη χάρη,
σκορπά τα ευωδιαστά ροδόφυλλα
στο άνανθο και ξερό χορτάρι.
Βρυσούλα κρυσταλλένια η Νιότη σου,
δροσοσταλάζει τη χαρά της
στα χέρια που διψώντας ο άχαρος
απλώνει της ζωής διαβάτης.

Λαμπάδα της Λαμπρής η Νιότη σου.
που την ανάβει η καλωσύνη,
στην εκκλησιά την αλειτούργητη
το φως της Αναστάσεως δίνει.

ΠΡΩΙΝΟ ΞΥΠΝΗΜΑ
Με το κορμί το λιόφωτο
λεύκας ξεβλαστημένης
σε βλέπω πρωτοξύπνητη
να με προσμένης.

Θεόπλαστη τη Νιότη σου
κι’ ανέγγιχτη απ’ το χρόνο
στο πρωϊνό της ξύπνημα
την καμαρώνω.

………………………………
Με του χεριού ένα χάιδεμα
χτενίζεις τα μαλλιά σου.
πέρδικας ύμνος ορθρινός
είναι η λιαλιά σου.

Στο φως της μέρας ξέθαρρα
πετιέσαι απ’ όλους πρώτη.
Στο πρωινό της ξύπνημα
φαίνεται η Νιότη.

Η συνάντηση του γέρου λογίου με την νεαρά Καίτη ήταν φωτιά στο τζάκι το καταχείμωνο, φως από Λαμπάδα της Λαμπρής, ουράνιο τόξο μετά την καταιγίδα ! Ο Δροσίνης τη δέχτηκε σαν δώρο του καλοκαιριού.

Η ΧΑΡΗ
ΑΝΕΙΠΩΤΗ, ατραγούδητη, αζωγράφιστη
κι’ ασκάλιστη μένει η δική σου χάρη.
Πώς να την παραστήσουν λόγια, χρώματα,
μαρμάρου σκάλισμα, λύρας δοξάρι;

Η ομορφιά σου σταθερή κι’ ασάλευτη
πιάνεται από τεχνίτη αυτή και μάτι.
Μα η χάρη σου είναι αφρός, αγέρας, σύννεφο.
γλιστρά, περνά χωρίς ν’ αφήση κάτι …..

Και νιόθοντάς την ο τεχνίτης άπιαστη
κ’ έξω από κάθε Τέχνη του πλασμένη,
πετά τ’ ανώφελα της Τέχνης σύνεργα,
τη βλέπει, την ακούει – και σωπαίνει.

1928. Εκείνη τη χρονιά η τύχη έφερε ένα ήπιο φθινόπωρο και ο χειμώνας άργησε ν’ αρθεί. Έτσι οι Δροσίνηδες παρέμειναν στην ΑΜΑΡΥΛΛΙΔΑ μέχρι τις γιορτές των Χριστουγέννων.
Οι μήνες που ακολούθησαν πέρασαν χωρίς κανέναν νέο από την Κηφισιά. Τ’ αδέλφια δεν ανέβηκαν και οι ζεστές βραδιές του καλοκαιριού κλειδώθηκαν στα συρτάρια του γραφείου.
Τον Ιούνιο του 1930 η δεκαεξάχρονη Καίτη τον περίμενε, όπως ένα πολύχρωμο βιβλίο. Πρόσμενε να το διαβάσει και ο Δροσίνης καλοδέχτηκε τα νιάτα και πάλι!
Ο ίδιος γράφει: «1929 - 1930 χειμώνας - άνοιξη κάθε Παρασκευή πρωί ανέβαινα στην Κηφισιά μόνος κ’ έμενα ως Κυριακή πρωί. Τις περισσότερες ώρες μου περνούσα με νεανική συντροφιά ή σε μακρινούς περιπάτους ως τα μάρμαρα της Πεντέλης ή στην κάμαρά μου ή σε γειτονικό σπίτι, που το πρωτόδεσε με το δικό μου σπίτι, ανάερο το γεφύρι του τραγουδιού.
Γράφει ακόμα: … με διάβασμα μεγαλόφωνο και χαμηλόφωνο εξήγηση προσπαθούσα να μεταδώσω στις δύο νεανικές ψυχές που μ’ άκουαν σταλαματιές από το συναγμένο μέλι της ανθρώπινες σοφίας τριάντα αιώνων. Τις βραδυές τις περνούσαμε στην κάμαρά μου με μουσική… Ένα μικρό ραδιόφωνο από τα πρώτα που ήρθαν στην Ελλάδα, μια «Αρκολέττα» της τηλεφούνκεν … Η συντροφιά μας τελείωνε κατά τα μεσάνυχτα …»
Σ.Φ.Ζ. τόμ. Δ΄ σ. 22