Είστε εδώ

Ποιητική Συλλογή "Είπε" 1932

Ομιλία της καθηγήτριας Μάγδας Μαλακτάρη- Παπακώστα, δρ. της Νέας Ελληνικής Φιλολογίας.

Θα σας μιλήσω για ένα μικρό μέρος του ποιητικού του έργου του Γ. Δροσίνη, ένα ιδιόμορφο έργο του και θα εξηγήσω πιο κάτω την ιδιομορφία του.
Πρόκειται για την ποιητική συλλογή του «Είπε» που εκδόθηκε το 1932 από τον εκδοτικό οίκο Σιδέρη (αποκλειστικό εκδότη του Δροσίνη) την οποία ο ποιητής επεξεργαζόταν 20 χρόνια, δηλαδή από το 1912. Το εξώφυλλο της συλλογής είναι φιλοτεχνημένο από το ζωγράφο Δημ. Μπισκίνη, και υπάρχει στη δεξιά αίθουσα του Μουσείου Γ. Δροσίνη. Περιλαμβάνει 74 ποιήματα άλλα μεγαλύτερης κι άλλα μικρότερης έκτασης. κάποια φθάνουν τους 75 με 80 στίχους και ανάμεσά τους παρεμβάλλονται 8 αποφθέγματα, θα λέγαμε, δίστιχα, το καθένα απ’ τα οποία ανήκει σε κάποιο από τα αμέσως επόμενα ποιήματα. Μετά την έκδοση των Απάντων του Γεωργίου Δροσίνη από το Σύλλογο προς διάδοσιν Ωφελίμων Βιβλίων σε 15 τόμους, η συλλογή περιλαμβάνεται στον 3ο τόμο.
Ας έρθουμε όμως στην ιδιομορφία της στο προλογικό σημείωμα ο Δροσίνης γράφει:
«Άλλος είπε κ’ εγώ ξαναλέω. Καλής μοίρας θέλημα άφησε εμπιστευμένα στα χέρια μου μία δωδεκάδα τετράδια χειρόγραφα σε γλώσσα ξένη, αλλά από ψυχή ελληνική, και σε λόγο πεζό με ρυθμική φόρμα - ξεχείλισμα μιας απόκρυφης λατρείας της τέχνης.
Από τα χειρόγραφα αυτά προσπάθησα να ξαναπλάσω σ’ ελληνικό στίχο, όπως μπορούσα πιο πιστά και πιο ταιριαστά με το κάθε νόημα και τον κάθε ρυθμό του πρωτόγραφου, μερικά κομμάτια, ένα μικρό πολύ μικρό μέρος του όλου.
Έτσι το βιβλίο αυτό, δουλεμένο είκοσι χρόνια, μοιάζει με ρυάκι, που αργοπερνώντας ανάμεσα σε πυκνοφυτεμένο δάσος, καθρεπτίζει στα άβαθα νερά, θαμπά και τρεμόσβυστα, λίγα μόνον από τους δάσους τα δένδρα.
3.5.32»

Πρόκειται λοιπόν για δημιουργική μετάπλαση ενός μέρους από γραπτά στη γερμανική γλώσσα που του είχε εμπιστευθεί η Αικ. Ευλαμπίου – Τυπάλδου, η «Αθάνατη φίλη του Είπε», όπως την αποκαλεί στα Ημερολόγιά του και στα Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου, με την οποία διατηρούσε δεσμό, μετά τη διάλυση του γάμου του με τη Μαίρη Κασσαβέτη. Δεν πρόκειται για απλή μετάφραση. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο θα το είχε δηλώσει απ’ την αρχή ο Δροσίνης, δεν είναι άλλωστε η πρώτη φορά που τον απασχολεί μια τέτοιας μορφής δημιουργία.
Ήδη το 1884 στη συλλογή Ειδύλλια (φανερή η επίδραση από τον Θεόκριτο) ενέταξε και μια ενότητα με τον τίτλον «Αρχαίοι στίχοι - Παραφράσεις», στην οποία συμπεριέλαβε ποιητικές μεταπλάσεις αποσπασμάτων από τα Ειδύλλια του Θεόκριτου κι επίσης από τον Ανακρέοντα, από τον βουκολικό ποιητή Μόσχο καθώς και ερωτικά επιγράμματα από την Παλατινή Ανθολογία.
Αλλά και στη συλλογή Φευγάτα Χελιδόνια (1911-1935), μία ενότητα με τον τίτλον «Ξένες Φωνές», που συνοδεύεται από το δίστιχο:

Ξενοφερμένες οι φωνές
Οι αντίλαλοι δικοί μου,

αποτελείται από ποιήματα μεταπλασμένα από την ξένη λογοτεχνία (Ανζελιέ, Ταγκόρ αραβικά τραγούδια, ένα λιθουανικό). Τόσο το παραπάνω δίστιχο όσο και άλλα παρόμοια, που έχουν καταχωριστεί σε προηγούμενες συλλογές, όπως:

Ξενοφερμένο το κρασί
Δικό μου το ποτήρι,

φανερώνουν ολοκάθαρα τη λειτουργική σχέση μεταξύ των δύο κειμένων, του ξένου και του δικού του. Πρόκειται για ανασύνθεση, για αναδημιουργία και για έναν έμμεσο τρόπο έκφρασης της δικής του ευαισθησίας, (όπως σημειώνει ο καθηγητής Γιάννης Παπακώστας).
Άλλωστε ανάλογες προσπάθειες του Δροσίνη συναντάμε από πολύ νωρίς, στην πρώτη ποιητική του συλλογή Ιστοί Αράχνης όπου τίτλοι ανάλογων ποιημάτων του συνοδεύονται από διευκρινιστικούς υπότιτλους: «Κατά Coethe», «Κατά Heine», «Κατά Alfred de Musset» κτλ.
Ο Δροσίνης γνωρίζει άριστα τη γαλλική και τη γερμανική γλώσσα και μέσω αυτών έρχεται σε επαφή όχι μόνο με τις αντίστοιχες λογοτεχνίες αλλά και με τις λογοτεχνίες άλλων χωρών.
Το πρόβλημα του κατά πόσο τα ποιήματα της συλλογής μπορούν να θεωρηθούν δημιουργικές προσπάθειες απασχόλησε την κριτική της εποχής. Σχετικά ο Παλαμάς γράφει: «Ας βάλουμε το πρόβλημα κάτω από την περιοχή ενός γενικού κανόνα που επηρεάζει κάθε είδους παραγωγή. Ο ποιητής καθώς στέκεται στην πρωτοτυπία του μεταφράζοντας Όμηρο ή Σαιξπήρο, έτσι και πρωτότυπα ποριζόμενος από τα μέσα του είναι μεταφραστής. Πρώτη φορά δε το σημειώνω. Η πρώτη φωνή που ακούμε, λάλημα ή αντίλαλος κι αυτή μέσα μας ζητεί, προσμένει να τη μεταφέρουμε στα έξω, να τη μεταφράσουμε. Ξέρουμε τούτο: σχεδόν όλες οι υπέρτατες δημιουργίες δεν το παίρνουν το πρώτο τους υλικό από το μηδέν. Το μηδέν αυτό δε υπάρχει στην τέχνη. Πριν η φαντασία βαλθεί- ή καλύτερα για να βαλθεί - προσφέρεται η ιστορία: γεγονός, παραμύθι, παράδοση, επεισόδιο, συμβάν, σκάνδαλο, όνειρο τέλος. Κάτι απ’ έξω[…]. Η εμπνοή και στο μυστικότερό της εσώψυχο σάλεμα, μας έρχεται απ’ έξω. Ίσα ίσα ένα από τα στοιχεία που την τονώνουν τη δύναμή της είναι τούτο. Πέστε το δάνεισμα. Δεν παίρνουν από δανείσματα παρά μόνο όσοι έχουν κεφάλαια.»
Και βέβαια όταν για 20 χρόνια επεξεργάζεται ο ποιητής ένα υλικό που του έχει εμπιστευθεί πρόσωπο αγαπημένο, με το οποίο φυσικά θα μοιράζεται αισθήματα, ιδέες, αγωνίες, προβληματισμούς τι σημασία έχει αν αυτά «τα παίρνει σαν χειρόγραφα μέσα απ’ τη σκέψη του ή από χειρόγραφα σ’ ένα χαρτί;»
Πρόκειται λοιπόν για μια μορφή συνεργασίας. Αλλά συνεργασία σαν αυτή δεν αφαιρεί τίποτε από την πρωτοβουλία, από το αίσθημα, από την τέχνη, από την ακέραια έμπνευση του συνεργάτη ποιητή.
Αφού λοιπόν αναφερθήκαμε στον τρόπο σύνθεσης της συλλογής και στην ιδιομορφία της και φάνηκε, πιστεύουμε, πως ο Δροσίνης έχει εμφυσήσει την πνοή της δημιουργίας της, ας περάσουμε σε μία σύντομη θεώρηση του περιεχομένου της.
Είναι χαρακτηριστικό, ότι τα ποιήματα δεν έχουν τίτλους. Και επίσης όλα αρχίζουν με τη λέξη «Είπε» υποδηλώνοντας έτσι τον τρόπο σύνθεσής τους.
Το πρώτο, κατά τον Παλαμά, αποτελεί ένα «ευχαριστήριο υμνολόγιο» της αγαπημένης γυναίκας προς τον ποιητή που έδωσε ποιητική υπόσταση στην έμπνευσή της.
Τα άλλα 73 ποιήματα αναπτύσσονται με σειρά η οποία δεν παρουσιάζει συνοχή και αλληλουχία, με εξαίρεση τρία, το 9ο , το 10ο και το 11ο , τα οποία πραγματεύονται το γεγονός της αδελφοκτονίας του Άβελ, που φαίνεται να συγκινεί ιδιαίτερα τον ποιητή. Και στα τρία προτάσσεται ως μότο, σχετικό χωρίο της Γενέσεως. Μαζί με άλλα 4 ποιήματα, διάσπαρτα στο σώμα της συλλογής, τα οποία αναπτύσσουν διάφορα γεγονότα της Καινής Διαθήκης (ο Χριστός στο όρος των ελαιών, την υπέρτατη στιγμή της αγωνίας που δεν μπορεί να ξυπνήσει τους μαθητές του, ο Χριστός στην εμφάνισή του στους Εμμαούς, ο Πιλάτος με τους προβληματισμούς του, η Θεοτόκος την ώρα που στοργικότατα ο Γιός της την παραδίδει στον αγαπημένο του μαθητή) και έχουν και αυτά μότο τους αντίστοιχα χωρία των ευαγγελίων, αποτελούν μία θεαματική ενότητα θα τη λέγαμε «θρησκευτική». Το ένα από αυτά μάλιστα σχετίζεται άμεσα με ένα από τα εκθέματα του μουσείου μας: τη λιθογραφία του Βέγε που παριστά τον Ιησού με τους μαθητές του να πορεύονται ανάμεσα σε στάχυα και για την οποία αναφέρει ο Δροσίνης στα Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου ότι κοσμούσε το υπνοδωμάτιο του. Να αποτέλεσε ο πίνακας την πηγή έμπνευσης; Δεν γνωρίζουμε!.
Πάντως μας κάνει εντύπωση τόσο η γνώση των χωρίων της Αγίας Γραφής, που υποδηλώνει βαθιά θρησκευτικότητα, όσο και η ευαισθησία και η ευλάβεια με την οποία προσεγγίζονται τα οικεία θέματα. Ιδιαίτερα συγκινεί το ποίημα που αναφέρεται στην προσευχή του Ιησού στο Όρος των Ελαιών και την ολιγωρία των μαθητών του.
Τα υπόλοιπα ποιήματα της συλλογής αποτελούν μικρούς μύθους με διάφορο περιεχόμενο: η χαρά, η αγάπη, ο πόνος, η απώλεια, η θλίψη, η απογοήτευση, το όνειρο, ο χωρισμός, τα νιάτα, η ομορφιά, οι τύψεις, η μεταμέλεια, η απόρριψη, η ματαίωση, η προδοσία, η πληρότητα, ο θάνατος, η θυσία, η λύτρωση, όλα τέλος όσα συνθέτουν τη ζωή αποτυπώνονται σε στίχους ελεύθερους με συγκρατημένο λυρισμό, κατάνυξη και ευλάβεια.
Μικρές ιστορίες, σαν μπαλάντες, είναι τα «Είπε» και όχι λυρικοί μονόλογοι ή εξομολογήσεις. Ιστορίες χωρίς ονόματα, με μυστικά είδωλα, αγνώριστα σύμβολα, κρυφές αγάπες. Και μέσα απ’ αυτές εξωτερικεύει ο ποιητής τη συγκίνησή του σε τόνους χαμηλούς και υποβλητικούς, χωρίς εξάρσεις και μελοδραματισμούς.

Μάγδα Μαλακτάρη-Παπακώστα
δρ. Νέας Ελληνικής Φιλολογίας