Είστε εδώ

Σκέψεις για το έργο του Δροσίνη από Λογοτέχνες

«Η γνώμη μου είναι, πως ο ποιητής της Γαλήνης ειν' ένας ζωγράφος ποιητής. Υπάρχει γι' αυτόν εξωτερικός κόσμος και μας τον παρουσιάζει με τη χάρη και με τη δύναμη του ποιητικού λόγου. Στους πιο ευτυχισμένους στίχους πλαστικά ολιγόλογος, σιγαλός σαν τα λόγια του Καλογιάννου του, και διάφανος σαν τα νερά πρωινού ασάλευτου γιαλού, μας δείχνει τα ίδια, τα πιο ζηλευτά χαρίσματα, που κρύβει η εθνική γλώσσα και η ψυχή».
Κωστής Παλαμάς, Άπαντα, τομ. Η΄, σ. 393.

«Δηλαδή μας έκαμε ο Δροσίνης εκείνο που σπανιότατα γίνεται στην παπατρέχικη τη φιλολογία μας. Λέξη δεν έβαλε στο καλλιτέχνημά του που να μην είναι συλλογισμένη, δουλεμένη, απαραίτητη σαν πέτρα τετράγωνη σε κτίριο μαστορικό. Κάθε εικόνα του μύθου είναι παραστημένη με τις γραμμές και με τα χρώματα που της πρέπουν, έχει και την κίνηση της ζωής, που μόνο ποιητική εικόνα μπορεί αν την παρατηρήσει».
Αργύρης Εφταλιώτης, περ. Ελληνική Δημιουργία, τχ. 44 (1/11/1949), σ. 954.

«Με τα Φωτερά Σκοτάδια ο ποιητής αληθινά ευρήκε τον εαυτό του στο ποίημα της - βραχείας πνοής-. Στροφές κ' επιγράμματα όλο το βιβλίο, πουθενά τίτλος και τα περιεχόμενά του καταστρωμένα αλφαβητικά, κατά τον τρόπο του - incipit -. Αλλά πόση φροντίδα και πόση ποικιλία εσωτερική, κάτω από τούτη την ομοιομορφία και τη συντομία της επιφάνειας!».
Τέλος Άγρας, Κριτικά, τόμ. Β', σ. 44.

«Χωρίς ασαφείς αλληγορίες, χωρίς ποιητικές παραισθήσεις και μεταφυσικούς συμβολισμούς, τραγούδησεν απλά και μουσικά, με αίσθημα, με συγκίνηση, με καθαρά περιγράμματα, τραγούδησε τα ειδύλλια των αγρών και το φως των ελληνικών τοπίων, οδηγώντας την εγχώρια ποίηση, στη βρεφική ηλικία της, από το ψευδές κλίμα του πεισιθανατισμού στο καθαρό ύπαιθρο, όπου επρόκειτο να μεγαλώση.
Η σημασία της συμβολής του αυτής είναι ήδη αρκετή, και αν δεν υπήρχεν ακόμη ο Δροσίνης του Συλλόγου των Ωφελίμων Βιβλίων και των εθνικών περιοδικών εκδόσεων και των γενναίων εκπαιδευτικών μεταρρυθμίσεων».

Μιχάλης Περάνθης, περ. Ελληνική Δημιουργία, τχ. 71 (1951), σ. 113.

«Λυρικός με αίσθημα, με παλμό με φιλοσοφημένη έξαρση, γαλήνιος και ατάραχος σαν την ήσυχη θάλασσα, τραγουδούσε με τον δικό του τρόπο τη χαρά της ζωής. Ήθελε να βλέπη γύρω του ανθρώπους απλούς, ανθρώπους κάθε τάξεως τους οποίους αγάπησε και ύμνησε».
Βασίλης Φαληρέας, περ. Ελληνική Δημιουργία, τχ. 71 (1951), σ. 144.

«Την πολύκλαδη πνευματική και φιλολογική δράση του Δροσίνη, μια δράση που καλύπτει τα τρία τέταρτα περίπου ενός αιώνα, δεν είναι δυνατό μήτε καν να τη σκιαγραφήσουμε. Ποιητής, διηγηματογράφος, μυθιστοριογράφος, λαογράφος, μεταφραστής, εκδότης και διευθυντής περιοδικών που άφησαν εποχή όπως η «Εστία» και το «Ημερολόγιο της Μεγάλης Ελλάδος», ανώτερος Κρατικός λειτουργός – ζωηρά ίχνη άφησε το πέρασμά του από το Υπουργείο της Παιδείας- ανήκει στην κατηγορία των πνευματικών δημιουργών που ο Λόγος, γι' αυτούς, κι’ η Τέχνη, δεν είναι αποσπασματική και διαλλείπουσα ερασιτεχνία, μα λειτούργημα οργανικό, αφοσίωση, υποταγή, σβύσιμο του κοινωνικού Εγώ. Τέτοιος στάθηκε ο Γεώργιος Δροσίνης, από τα πρώτα του φανερώματα ως τις τελευταίες του αναλαμπές».
«Όλα του Δροσίνη σύγκλιναν προς το σχηματισμό ενός ποιητικού -μέτρου, - ενός - μηδέν άγαν -. Μπορούμε να πούμε, πως ο Δροσίνης, στο νόημα του αρχαίου “μέτρου” έδωσε μια πολύ ενδιαφέρουσα προσωπική του εκδοχή. Το γέμισε μ' ένα περιεχόμενο νεοελληνικό! Είναι ένας ιδιόρρυθμος κλασσικός του τέλους του περασμένου αιώνα, τότε που η νεοελληνική ζωή γύρευε καινούργια και τολμηρά πετάματα. Ο Δροσίνης τα χρόνια εκείνα, τη βοήθησε να φτερουγίση ήρεμα. Και μ’ αυτό το ήρεμο και χαμηλό φτερούγισμα, εξακολούθησε ο ίδιος το έργο του ... Ο στίχος του, υποδειγματικά δουλεμένος, γραφικός, χαρακτηριστικός κάποτε, συγκράτησε και αποτύπωσε για πάντα αυτό το ήρεμο και ρυθμικό λυρικό φτερούγισμα, που δεν θέλησε ποτέ ν' αφήσει τα ελληνικά όρια ... ……»

Ανδρέας Καραντώνης, Ελληνική Δημιουργία, τχ. 71, σ. σ. 97-98.

« … μεταφραστής, εκδότης και διευθυντής εφημερίδων και περιοδικών που άφησαν εποχή, …, ανώτερος κρατικός λειτουργός - ζωηρά ίχνη άφησε το πέρασμά του από το Υπουργείο Παιδείας – ανήκει στην κατηγορία των πνευματικών δημιουργών που ο Λόγος γι’ αυτούς και η Τέχνη δεν είναι αποσπασματική και διαλείπουσα ερασιτεχνία μα λειτούργημα οργανικό, αφοσίωση υποταγή, σβήσιμο του κοινωνικού εγώ …»
Αντρέας Καραντώνης Φυσιογνωμίες, τόμος Α΄, Αθήνα 1977
εκδ. Παπαδήμας, σ. 161.

«Έλληνας με τα όλα του. Με τα πόδια γερά στη γη, κοντά όσο λίγοι στις απλές ανθρώπινες αλήθειες, γεμάτος ξαστεριά κι’ αγάπη στο συγκεκριμένο, τραγούδησε σαν το νερό, που αναβρύζει, στραφταλίζοντας στον ήλιο, από μια ήσυχη εξοχική πηγή. [...] Τραγούδησε την ελληνική φύση και την ελληνική ζωή, στις πιο απλές μορφές της, με τα πιο απλά μέσα, σε μια γλώσσα γνήσια, δημοτική της ζωντανής λαλιάς, άμεσα παρμένη από τα χείλη του λαού κι όχι από μελέτη γλωσσαρίων και γλωσσολογικές θεωρίες [...].
Σεμνός, συγκεντρωμένος στον εαυτό του, μακρυά από καυγάδες κι’ αγώνες από κλίκες κι’ αντιζηλίες, απομονωμένος κι’ αδιάφορος στους θορύβους της αγοράς, τράβηξε το δρόμο του, δουλεύοντας στη γαλήνη της εξοχής, για να κερδίσει την αγάπη του κοινού κι’ όλες τις διακρίσεις και τις τιμές. [...]
Όμως αξίζει τον τίτλο του εθνικού ποιητή, όχι μόνο γιατί έμεινε πιστός στο γνήσιο πνεύμα του λαού κι’ αγωνίστηκε με το έργο του για το γυρισμό μας στη λαϊκή παράδοση, αλλά και γιατί, μετά τη συμφορά του 97, δούλεψε μ’ αληθινό και βαθύ εθνικό αίσθημα με την «Αγωγή», τη «Μελέτη» και τις εκδόσεις των «Ωφελίμων Βιβλίων» για τη λαϊκή διαφώτιση και την αναγέννηση του τόπου».

Ελληνική Δημιουργία, Έτος Δ', τόμος έβδομος, τεύχος 71, σ.σ. 86-87, Σπύρος Μελάς, «Γεώργιος Δροσίνης».

« … και στις μεγαλύτερες ανατάσεις του ο Δροσίνης δεν χάνεται στα σύγνεφα. Όχι πως τούλειψε πνευματική αγωνία ή στοχασμός πάνω στη βαριά μοίρα της ανθρώπινης ζωής. Εδώ και εκεί τα βλέπουμε και τα δύο να ξεπροβάλλουν, φευγαλέα όμως και οικονομημένα μέσα στο πλαστικό στοιχείο του τραγουδιού … αντιεγκεφαλικός και αντιρρητορικός, δεν έκαμε ποτέ «ποιήσεις» τα διαβάσματά του …»
Σπύρος Μελάς, «Γεώργιος Δροσίνης. Τα ενενηντάχρονα του εθνικού ποιητή» Περιοδικό Ελληνική Δημιουργία έτος Β΄, τόμος Δ΄, 1 Δεκεμβρίου 1949 Τεύχος 44, σ. 933.

«Την ποίησή του διακρίνει πάντα η ανθρώπινη αξιοπρέπεια [...] Τα ποιήματά του είναι περισσότερο σκίτσα ποιητικά, μια μεμονωμένη ιδέα που σαρκώνεται σε ποίημα, με μια έμφυτη, συμπαθητική ευκολία και με αβρότητα πάντοτε και ευγένεια».
Λίνος Πολίτης, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τράπεζας, Αθήνα 1959, σ. 191.

«Δεν υπάρχει έξαρση όμως ο τόνος είναι σταθερά υψωμένος από την πνευματική καλλιέργεια, τη λεπτότητα της ευαισθησίας και την ευγένεια της ψυχής. Η αίσθηση του συμβόλου, της οποίας νιώθουμε αδιάκοπα την παρουσία, δίνει στα καθημερινά πράγματα μια άλλη λυρική [...]
Οι πιο σημαντικές από τις μεταγενέστερες συλλογές του είναι τα Φωτερά Σκοτάδια (1915), τα Κλειστά Βλέφαρα (1918). Η αγάπη του ωραίου, του καλού, του αληθινού, συνδυάζεται μέσα σε αυτές τις συλλογές και τις άλλες της ωριμότητάς του, με μια επίμονη απασχόληση με τα μεγάλα προβλήματα της ζωής και της ιστορίας».

Κ. Θ. Δημαράς, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Εκδ. Γνώση, Αθήνα 2010, σ.σ. 539-540.

«Η δημοτική του Δροσίνη είναι αβίαστη, απέριττη, σχεδόν κοινότατη. Αλλά εκείνα τα παλαιά χρόνια, όπως σημειώνει στα Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου, οι στίχοι του εκδήλωναν μια βαθιά αλλαγή. Σ' αυτήν είχε συντελέσει οπωσδήποτε ο Νικόλαος Πολίτης με την παρότρυνσή του να αποφεύγονται ξένες επιδράσεις για να υποστηρίζεται η εθνική πολιτισμική ταυτότητα».
Mario Vitti, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Εκδ. Οδυσσέας, Αθήνα 2003, σ. 293.

«Ο Δροσίνης δεν είχε ποτέ εγκαταλείψει, ό,τι εθεωρούσε πως ήταν η υποχρέωση τού μορφωμένου πολίτη, του λογίου, απέναντι του εθνικού συνόλου [...] Τώρα ονομάζω τον Παλαμά και τον Δροσίνη δημιουργούς της νέας μας παιδείας».
Κ. Θ. Δημαράς, Εισαγωγή στον τόμο: Ο Ποιητής και η μνήμη. ΣΩΒ, Αθήναι 1989, σ. 14.

«Από τη μελέτη της μετάφρασης ενός από τα εξηνταέξι ποιήματα που μετέφρασε ο Δροσίνης ελπίζω να έγινε φανερό πως το μεταφραστικό του έργο αποτελεί ένα θέμα που αξίζει να ερευνηθεί, καθώς θέτει ερωτήματα που αφορούν όχι μόνο τη φιλολογία αλλά και τη μεταφρασεολογία”.

Κατερίνας Κωστίου Η Μελέτη, τόμ. Β', 2004 σ. 320. «Ο Γεώργιος Δροσίνης ως μεταφραστής».

«Ο Δροσίνης με τους χαμηλούς του τόνους πέρασε σε νεοτερικές αφηγηματικές επινοήσεις σημαντικές για την εποχή του.
Μερικές φορές, υπάρχουν συγγραφείς οι οποίοι καταφέρνουν να μας κάνουν να ξεχνάμε πόση σοφία μπορεί να κρύβει αυτή η απέριττη ομορφιά».

Ιφιγένειας Τριάντου, Η Μελέτη, τόμ. Β', σ. 362. «Αφηγηματικές τεχνικές στο πεζογραφικό έργο του Γ. Δροσίνη: Η Αμαρυλλίς».

«Το τι οφείλει η δημοτική γλώσσα στον Δροσίνη, διαφαίνεται από τα παρακάτω αντικειμενικώς εξακριβώσιμα στοιχεία: έγραψε ποίηση και μετέφραζε πεζά σε δημοτική γλώσσα οκτώ χρόνια πριν από το – Ταξί-δι – του Ψυχάρη. Ο αρχηγέτης του δημοτικισμού αναφέρει τα ονόματα: Βικέλας, Τυπάλδος, Βιζυηνός, Δροσίνης, Σουρής, Παλαμάς, Σταματέλος... και συμπληρώνει: Αυτοί οι συγγραφείς, με εξαιρετικό ταλέντο ο καθένας στο είδος του, πρόσεξαν ιδιαίτερα τη μητρική τους γλώσσα».
«Η συμβολή του στη διάδοση και τελικά στην επικράτηση της πλούσιας και εκφραστικής δημοτικής γλώσσας, όπως χρησιμοποιείται αριστουργηματικά στα Σκόρπια Φύλλα της Ζωής του ποιητή είναι μεγάλη και ανεκτίμητη, πλην όμως παραγνωρισμένη. Στα σχετικά με την ιστορία του δημοτικισμού βιβλία και άρθρα δεν αναφέρεται ούτε καν το όνομά του. Όταν κάποτε γραφτεί η ιστορία της γλώσσας της νεοελληνικής λογοτεχνίας, ο Δροσίνης θα καταλάβει επάξια την ξεχωριστή θέση που δικαιωματικά του ανήκει».

Χριστόφορου Χαραλαμπάκη Η Μελέτη, τόμ. Β'. «Παρατηρήσεις στη γλώσσα του Γεωργίου Δροσίνη», σ.σ. 240 και 260.

«Στο ποιητικό έργο του Δροσίνη διαπιστώνουμε κάτι παραπάνω: ο ποιητής, σύμφωνα με το υπόδειγμα του Σολωμού, θεμελιώνει την τέχνη του πάνω στη λαϊκή ποίηση κι από κει - υψώνεται κατακόρυφα -, χαρίζοντάς μας τους θησαυρούς του δικού του πνεύματος, ως απόσταγμα των θησαυρών της λαϊκής πολιτισμικής παράδοσης».
Ε. Κ. Καψωμένος Η Μελέτη, τόμ. Γ', σ.σ. 166-167. «Γεώργιος Δροσίνης, Ζητήματα ποίησης και ποιητικής».

«Η περίπτωση Δροσίνη, με τη δραστική παρέμβαση στα πολιτισμικά μας πράγματα, αποτελεί φαινόμενο σπάνιο και ίσως και μοναδικό για την εποχή του. Η εργατικότητα, η δημιουργική του σκέψη και η διαρκής σύλληψη νέων ιδεών και η ικανότητά του να τις πραγματοποιεί, και μάλιστα με έναν τρόπο αθόρυβο, που υποδηλώνει σπάνιο ήθος και πνευματική αρχοντιά, του δίνει προβάδισμα».
Γιάννη Παπακώστα Η Μελέτη, τόμ. Β', σ. 442. « Ο Γ. Δροσίνης και η συμβολή του στη δημιουργία μίας Νέας Παιδείας».

«Στα Σκόρπια Φύλλα ο Δροσίνης επιτυγχάνει να δώση αυτό που σήμερα ονομάζουμε Μικρή Ιστορία. Από τη διήγησή του δηλαδή μπορούμε να αναπαραστήσουμε εικόνες από την αστική ζωή στην Αθήνα του τέλος του 19ου αιώνα, την καθημερινή ζωή ενός λογίου της εποχής, ενός πνευματικού κέντρου ή μιας εφημερίδας, της Εστίας, και, γενικότερα, να αναπαραστήσωμε την ελληνική πνευματική ζωή μιας πεντηκονταετίας».
Ελένη Μπελιά Η Μελέτη, τόμ. Γ΄, σ. 217. «Η ιστορική συνείδηση του Γεωργίου Δροσίνη».

«Ο Δροσίνης είναι ένας ευαίσθητος ποιητής, ένας συναισθηματικός ποιητής [...] Έχει και μια ισχυρότερη ποιητική στόφα, την οποία πιστεύω ότι δεν εκμεταλλεύτηκε όσο θα έπρεπε. Όσες φορές όμως την εκμεταλλεύτηκε, μας έδωσε θαυμάσια ποιήματα με τα οποία αντικειμενοποιεί το συναίσθημά του. Η αντικειμενοποίηση του συναισθήματος του Δροσίνη γίνεται με τρεις τρόπους. Ο πρώτος τρόπος είναι ο θεματικός. Ο Δροσίνης αφηγείται λυρικά μια ιστορία, την οποία είτε πλάθει ο ίδιος, είτε αντλεί από την παράδοσή μας. Η ποιητική συλλογή Ειδύλλια αποτελείται κατά το μεγαλύτερο μέρος της από τέτοια ποιήματα, από μπαλάντες. Είναι, πιστεύω, η καλύτερη ποιητική συλλογή της δεκαετίας του 1880. Τα ποιήματα που περιέχει η συλλογή αυτή είναι καλύτερα από τα ποιήματα του Παλαμά εκείνης της εποχής και, μαζί με τις μπαλάντες που έγραψε ο ποιητής σε μεταγενέστερες εποχές, αναδεικνύουν τον Δροσίνη ως έναν από τους καλύτερους μπαλαντογράφους μας. Ο δεύτερος τρόπος με τον οποίο ο Δροσίνης αντικειμενοποιεί το συναίσθημά του είναι μορφικός – όταν λ.χ. χρησιμοποιεί αυστηρές μορφές, κυρίως τη μορφή του σονέτου. Ο Δροσίνης έχει γράψει σονέτα εξαίρετα για την πυκνότητα και την ακρίβειά τους».
Νάσος Βαγενάς, Κινούμενος Στόχος. Εκδ. Πόλις, Αθήνα 2011, σ. σ. 88-89.

«… εκ των πρωτεργατών της νέας ποιητικής σχολής Αθηνών … φύσις συναισθηματική, ωραιολάτρης, κατόρθωσε δια της αφομοιώσεως και συγκρατημένης αναπλάσεως των θησαυρών της δημώδους παραδόσεως και ενίοτε ευτυχών μιμήσεων να δώση λυρικήν έξαρσιν και αίγλην εις τα βιώματα της καθημερινής εμπειρίας με μετριόφρονα φιλοκαλίαν, χαρακτηριστικά της οποίας είναι η μορφολατρεία, η φυσικότης εις την έκφρασιν και η πλαστική ενάργεια …»
Α. Γ. Παπαγεωργίου, «Γ. Δροσίνης», Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια, Ελευθερουδάκη, τόμος Δ’ (συμπλήρωμα), Αθήνα, 1965, σ. 1045.

« … η γλώσσα του Δροσίνη αποφεύγει τις ψυχαρικές ακρότητες ή τους νεολογισμούς, και το λεξιλόγιό του είναι θεληματικά περιωρισμένο, χωρίς γι αυτό να είναι φτωχό. Κυνηγώντας την σαφήνεια και αγαπώντας την ισορροπία και τα καθαρά περιγράμματα, η Μούσα του Δροσίνη, είναι βραχύπνοη, θέλγει με την αφέλειά της και τα κομψά παιχνίδια του ρυθμού …»
Αρίστος Καμπάνης στην Ιστορία της Ελληνικής Λογοτεχνίας,
Αθήνα 1971 (ανατύπωσις), εκδ. Καραβίας, σ. 251.

«… ευρείας μορφώσεως διανοούμενος και ποιητής αξιολόγου ταλάντου, υπήρξε εγκρατέστατος εις τας γλωσσικάς του αντιλήψεις, αβαθής εις την φιλοσοφίαν του, λεπτός και κομψός εις την έκφρασιν, μετριοπαθής εις τας συλλήψεις του, υπόδειγμα λογοτέχνου ωφελίμου και καταλλήλου δι’ οικογενείας …»
Ι. Μ. Παναγιωτόπουλος στην Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια (τόμος Ι΄- ΕΛΛΑΣ), εκδ. Πυρσός 1934, σ. 929.

« … στο γραφείο του Συλλόγου προς διάδοσιν των Ωφελίμων Βιβλίων, …, εκεί, γύρω στον Δροσίνη, που τον έλεγαν και «καβουρομάνα της φιλολογίας», εμαζεύονταν ο Προβελέγγιος, ο Καμπούρογλους, ο Πολέμης και άλλοι …»
Φώτος Γιοφύλλης, Περ. Νέοι Σταθμοί, τευχ. 4-5, Απρίλης- Μάης 1959, σ. 225.

«Ο Γ. Δροσίνης ανήκει στη χορεία των μορφών των γραμμάτων που με ήρεμο πάθος άνοιξαν δρόμους στην πνευματική ζωή του τόπου, σε βαθμό που να αναγνωρίζονται από τους ερευνητές και να αποτελούν σταθερά σημεία αναφοράς, πηγές ιστορίας και τεκμηρίωσης».
Γιάννης Παπακώστας Ομότιμος Καθηγητής Πανεπιστημίου Αθηνών.