Είστε εδώ

Σπίθες στη Στάχτη, Κηφισιά 1934-1940

Το βιβλίο έχει μικρό σχήμα και περιέχει 427 τετράστιχα, που το καθένα, είναι ανεξάρτητο. Τίποτε δεν δένει τα τετράστιχα μεταξύ τους. Όλα μαζί, άλλα σαν γνωμικά κι’ άλλα σαν όμορφες φευγαλέες εικόνες, ακολουθούν αλφαβητική σειρά.
Κάθε τετράστιχο μια ολάκερη ιστορία, κάθε σελίδα μια ολόκληρη ζωή. Ένα φύλλο τέσσερις διαφορετικές εικόνες, που σε βάζουν σε σκέψεις και σου φέρνουν αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα.
Το βιβλιαράκι μιλάει από τον τίτλο του για περασμένα γεγονότα, που έγιναν πια θύμησες. Πληγές που έχουν γιατρευτεί από το χρόνο, στάχτες στο σώμα, στην καρδιά. Ο ποιητής ολοκλήρωσε αυτή τη συλλογή στα 81 του χρόνια. Ο ίδιος πιστεύει ότι αναμοχλεύοντας τις αναμνήσεις, καμιά φορά πετάγονται σπίθες. Σπίθες που μερικές φορές γίνονται πύρινες γλώσσες και καίνε τα σωθικά, όπως τότε παλιά, την ώρα της φωτιάς.

Στο ερημικό και ξώμερο
της Νιότης μου καλύβι
- σβυσμένη απόμεινε η φωτιά -
μα η στάχτη Σπίθες κρύβει.

Ο Δροσίνης παρακαλεί τις αγάπες που πέρασαν από τη ζωή του να μην χαθούν στη λησμονιά, μέσα στην γκρίζα τη φθορά, μέσα στη λάβρα της νυχτιάς, αλλά να κρατηθούν ζωντανές, αναλλοίωτες, με τα χρώματα και τη δροσιά της πρωτόβγαλτης εικόνας. Και θα ’ρθει η στιγμή που εκείνος κρατώντας τη μασιά θ’ ανασκαλέψει τη στάχτη του χρόνου και θα πεταχτεί η σπίθα που θα ζεστάνει την ψυχή, σαν την πρώτη εκείνη τη βραδιά που ’φερε τη λάμψη στη ματιά, ακόμα κι αν ήταν ψέμα.

Ο χρόνος νεροφύλακας
στης λησμονιάς τη βρύση,
δίνει νερό σ’ όποιον πονεί
να τον παρηγορήση.

Ο Δροσίνης 80 χρονών σχεδόν ψιθυρίζει στους νέους:
Απόνετη μην τη θαρρής
καρδιά, πού χει γεράση:
Σωρό τη στάχτη όπου θωρής
φωτιά θά χη περάση.

Αυτό το τετράστιχο τα λέει όλα, με τόσες λέξεις που είναι δύσκολο να προσθέσουμε εμείς κάτι παραπάνω. Μπορούμε μόνο να πούμε, ότι καλότυχος είν’ αυτός που ’χει να θυμάται, διαλεκτός από τη μοίρα εκείνος που δεν πόνεσε πολύ, αν και αγάπησε!

Αν μπορείς, όταν ρωτήσεις την μάντισσα:
- Για πες μου, ονειρομάντισσα,
τ’ όνειρο τι σημαίνει;
κερί άναψα και σβύστηκε
;

Και όταν πάρεις την απάντηση:
- Μια αγάπη (ήταν) απαρνημένη.
Τότε, αν δεν πονέσεις σε θύμιση
και αν μπορέσεις να πεις:
- Εγώ πρωτόπια το κρασί
στ’ ανέγγιχτο κρυστάλλι,
Τι τάχα, αν τ’ αποπίματα
τώρα τα πίνουν άλλοι!

Ε τότε δεν φοβάσαι να γεράσεις, γιατί θα ’χεις να πεις:
- Ω θύμησες της νιότης μου,
χαράς απομεινάρι,
στερνό μου βιός που δεν μπορεί
κανείς να μου το πάρη.

Κική Καμπόλη