Είστε εδώ

Το Μοιρολόι της Όμορφης 1922-1927

Το «Μοιρολόι της Όμορφης» είναι μια ποιητική σύνθεση από 219 ιαμβικούς δεκαπεντασύλλαβους στίχους.
Ο Δροσίνης είπε γι’ αυτό το ποίημα: «Εάν κάποτε πρέπει όλα αυτά, που έχω γράψει να χαθούν, ας σωθεί μόνο Το Μοιρολόι».
Ήταν 17 χρονών ο Δροσίνης, όταν έκανε το πρώτο του ταξίδι στη Βόρεια Εύβοια. Πήγε με τον πατέρα του Χρήστο Δροσίνη στις Γούβες, στον ΠΥΡΓΟ ΤΩΝ ΓΟΥΒΩΝ στα κτήματά τους, που είχαν έρθει στην κυριότητα του πατέρα του από τη μητέρα του, Αμαλία Πετροκόκκινου, ως προίκα.
Πήγε να γνωρίσει τη γη, τ’ αλώνια, τα δάση, τα χειμαδιά, τα ποιμνιοστάσια, τα λιβάδια τους, τις φυσικές ομορφιές, τη ζωή που περνούσαν στον παλιό τούρκικο πύργο, το σήκωμα των αλωνιών, τα πανηγύρια, τα κυνήγια, τις εκδρομές, να γνωρίσει το ΩΡΑΙΟ, να συναντήσει την πιο όμορφη χωριατοπούλα, την Ευμορφούλα Κόλλια.
Τα νιάτα και των δυο έσπασαν τις αποστάσεις, τα μάτια του μικρού αφεντικού βρήκανε τα δικά της. Κρύο νερό από τη βρύση και ζεστό ζυμωμένο ψωμί του έδωσε. Κι εκείνος είδε στα μάτια της χαρά και φως από την Ανάσταση, κι είδε το στόμα της σαν κούμαρο στης κουμαριάς τον κλώνο, και κεράσι κρεμαστό στης κερασιάς τα φύλλα και στο τραγούδι της άκουγε αηδόνια και έλεγε: «Αν μάγια μου κάνανε, να μην λυθούν τα μάγια!».
- Γραμματικός θα μείνεις σ’ όλη σου τη ζωή, προφήτευσε σωστά Εκείνη.
Κι όταν ο Πύργος πουλήθηκε και ο νέος άντρας με υγρά μάτια αποχαιρετούσε το μελαγχολικό μεγαλείο του, πίσω από τις φυλλωσιές το χέρι τής Ευμορφούλας αναζήτησε παρηγοριά στη ζεστασιά του δικού του.
Τα χείλη δεν κινήθηκαν, τα μάτια σκοτείνιασαν και μόνο η φωνή της χαράχτηκε στα στήθια του βαθιά.
- Μη με ξεχάσεις!
Και χρόνια πέρασαν πολλά κι ήρθε ένα μήνυμα πικρό κι έμαθε, πως ήταν πεθαμένη.
Το χέρι του ποιητή αναζήτησε το χαρτί για να λυτρωθεί από τον πόνο. Έγραψε μόνο λίγους στίχους, με τις θύμησες της καρδιάς.
Καημός περίεργος, αναμνήσεις, κορμιά δένδρινα, χαρές και πόθοι σμίγουνε τριγύρω με νεράιδες. Θέλησε να το μοιραστεί με τους φίλους του, Παλαμά και Προβελέγγιο.

Και ο ποιητής απαγγέλλει :
Πικρό το μήνυμα έλαβα, πως ήσουν πεθαμένη
στην πολιτεία, τρανή κερά κι’ αρχοντικά θαμμένη...

……………………………………………………..
«Εσύ, θυμάρι του βουνού, σε γλάστρα πως ν’ ανθίσης,
και πως να ζήσης σε κλουβί, της ρεματιάς τρυγόνα; …

Την ομορφιά σου μάρανες, φαρμάκωσες τη νιότη.
μα ήρθε και σε λευτέρωσε πονόψυχος ο Χάρος
κ’ εγώ σε ξαναγύρισα στο πατρικό σου σπίτι...

Και στο κατώφλι του σπιτιού, σου είπα το μοιρολόι.

Οι φίλοι άκουσαν, ένιωσαν τον ποιητή και περίμεναν το μοιρολόι:
Την άλλη μέρα βρέθηκαν και πάλι στο γραφείο του Δροσίνη, εκεί όπου δουλειά και έμπνευση συμπορευτήκανε πάνω από 40 χρόνια!
Και οι φίλοι τον ρωτήσανε:
- Στο κατώφλι του σπιτιού το είπες το μοιρολόι;
Και ο Δροσίνης δίστασε να ξαναγυρίσει πίσω, εκεί που είδε την νεραϊδόκορμη να πλένει στο ποτάμι. Αλλά η Μούσα κέρδισε και στο κατώφλι του σπιτιού της, είπε το μοιρολόι!
Στα «Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου» ο Δροσίνης γράφει:
«Βρήκα πολλά ωραία κι αλλού στης ζωής μου το μακρύ το δρόμο. Αλλά το Ωραίο δεν το βρήκα πουθενά. Κι η νοσταλγία μου αγιάτρευτη, μ’ έκανε να γυρίσω πίσω, ύστερα από σαράντα χρόνια, όταν φαντάστηκα πως βρήκα την άξια συντρόφισσα για το γυρισμό!
Κι ως την ώρα αυτή, που σκυμμένος στο χαρτί μου γράφω, βαρύς από τα χρόνια, στο κατηφόρισμα της ζωής, το λέω αποφασιστικά:
Αν, καθώς στο γέρο Φάουστ παρουσιάζονταν μπροστά μου ο Μεφιστοφελής και με ρωτούσε σαν τι θέλω να μου δώσει πληρωμή για να του πουλήσω την ψυχή μου, θα του έλεγα χωρίς δισταγμό;
Κάνε με πάλι δεκαοχτώ χρονών παλικάρι και πήγαινέ με στον Πύργο των Γουβών, όπως ήταν, κι αυτός και τα περίγυρά του, όταν πρωτοπήγα εκεί».

• Στο αρχείο του Μουσείου Δροσίνη υπάρχει ηχητικό ντοκουμέντο με τη φωνή του Γ. Δροσίνη να απαγγέλλει τετράστιχα του ποιήματος.