Είστε εδώ

Ω Πρόγονέ Μου 1932

Ω ΠΡΟΓΟΝΕ ΜΟΥ 1932

Ο Δροσίνης γράφει:
«Δεν μπορώ να εξηγήσω πως, χωρίς καμμιά φανερή αιτία, κάποια νύχτα χειμωνιάτικη του 1932 για πρώτη και μόνη φορά ωνειρεύτηκα τον Καραγιώργο, κατά τον τύπο βέβαια που μου είχε χαράξη στο νου η παράδοση. Και τ’ όνειρό μου εκείνο, που το θυμώμουν ολοζώντανο, όταν ξύπνησα το πρωΐ, για να μην ξεχαστή με τον καιρό, το σημείωσα σε λίγους στίχους. Ας εύρη εδώ την θέση του τώρα σαν ένα ταπεινό αφιέρωμα στην ιερή μνήμη του:»

Ω ΠΡΟΓΟΝΕ ΜΟΥ
Ω πρόγονέ μου, που ποτέ δε γνώρισα
κι’ ούτε cialisfrance24.com ζωγραφιστή είδα τη θωριά σου,
σπαθί, ρολόϊ και δαχτυλίδι απόμειναν
τρεις θύμησες απ’ την παλικαριά σου.

Απ’ το κορμί σου το άψυχο, αιματόβρεχτα
τη νύχτα της Εξόδου, στα σκοτάδια,
τα πήρε ο ψυχογιός πιστός και τα φερε
στην Καπετάνισσα, χηρειάς σημάδια.

Το λιγερό κορμί σου, άκλαυτο, άθαφτο,
στου δοξασμένου Κάστρου τα χαντάκια,
ριγμένο με μύρια άλλα, μέρες έθρεψαν
τα όρνια της ερημιάς και τα κοράκια.

Μα τ’ άσαρκα τα κόκκαλα τι απόγιναν;
Τα λιάνισε το αλέτρι ζευγωλάτη;
Τα συραν τα νερά στη λιμνοθάλασσα;
Τα χώνεψε της αλυκής το αλάτι;

Ή κοίτονται αξεχώριστα κι’ αγνώριστα,
θαμμένα από Πατρίδας Μάννας χέρι,
της Λευτεριάς άγια, τρισάγια λείψανα,
στον Τύμβο των Ηρώων; - Κανείς δεν ξέρει.

Όμως εγώ ψυχή και σάρκα σού δωσα,
συνάζοντας τα σκόρπια σου κομμάτια,
κι’ ολόσωμο και σύψυχο σ’ ανάστησα
μια νύχτα με του ονείρου μου τα μάτια.

Την όψη σου δεν είδα. Ακολουθώντας σε
σε κάποιον της παλιάς Αθήνας δρόμο,
παιδί, καμάρωνα ένα γιγαντόκορμο
με τη φλοκάτα ανεμιστή στον ώμο.

Και το ξερα, πως είσ’ εσύ και πήγαινες
κάπου να ξαποστάσης, ν’ απογείρης,
όχι σαν καπετάνιος, μα σαν ήσυχος
στη λεύτερη πατρίδα νοικοκύρης…

δεν μ’ ένιωθες πως έρχομαι ξοπίσω σου,
ξεμάκραινα κ’ εγώ απ’ τα βήματά σου:
με συγκρατούσε σαν ντροπή, σα δείλιασμα,
να μη βρεθώ ένα θρύψαλο κοντά σου!

Σκόρπια Φύλλα της Ζωής μου 1940 σ. 10.