Είστε εδώ

O ΔΡΟΣΙΝΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΤΑΦΡΑΣΕΙΣ ΕΡΓΩΝ ΤΟΥ ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΝΙΚΑΣ Καθηγητής στο Πανεπιστήμιο της NAPOLI “L’ ORIENTALE”.

Ο απόηχος των ηρωικών κατορθωμάτων των Ελλήνων για την αποτίναξη του τουρκικού ζυγού, η δημοσίευση των δημοτικών μας τραγουδιών από τον Fauriel (1824 – 1825), και αργότερα από τον Tommaseo (1841 – 1842) και το αυξανόμενο φιλελληνικό κίνημα στην Ευρώπη συνέβαλαν σημαντικά, ώστε να στραφεί η προσοχή των ανθρώπων του πνεύματος προς την Ελλάδα και τα ελληνικά Γράμματα. Στην Ιταλία σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι στενές και διαρκείς παραδοσιακές σχέσεις των Ιταλών με τους Έλληνες που βασίζονται σε ιστορικούς λόγους και στις κοινές πολιτισμικές καταβολές των δύο λαών.
Η παρουσία στον ιταλικό χώρο πολλών Ελλήνων μορφωμένων και η καλλιέργεια εκ μέρους των Ιταλών των κλασσικών γραμμάτων επέδρασαν ευνοϊκά στο ενδιαφέρον τους για τα ελληνικά Γράμματα. Από το τέλος του 19ου αιώνα, αλλά κυρίως από τις αρχές του 20ου αιώνα το ενδιαφέρον αυτό αυξάνεται και πολλοί Ιταλοί Ελληνιστές αρχίζουν να μελετούν και να μεταφράζουν Νεοέλληνες λογοτέχνες, ποιητές και πεζογράφους.
Από τη νέα Αθηναϊκή Σχολή, παράλληλα με το έργο του πρωτοπόρου και πρωταγωνιστή Παλαμά, το ενδιαφέρον των Ιταλών στρέφεται, μεταξύ των άλλων, και προς το έργο του Γεωργίου Δροσίνη. Έτσι ο πιο σπουδαίος από τους Νεοελληνιστές της Ιταλίας ο Bruno Lavagnini θα γράψει: «Accanto all’ esuberante lirismo di Palamas, l’ elegiaco Drossinis resta piu vicino alle suggestioni e alle ispirazioni della poesia popolare, e quando anche si allontana dai modi dell' idillio agreste, esprime una sua nota elegiaca in tono piano e senza infasi, con limpido e sobrio nitore». (Δίπλα στον πλεονάζοντα λυρισμό του Παλαμά, ο ελεγειακός Δροσίνης είναι πιο κοντά στις επιδράσεις και την έμπνευση της δημοτικής ποίησης και όταν απομακρύνεται από τους τρόπους του αγροτικού ειδυλλίου, εκφράζει έναν ελεγειακό τρόπο απαλό και χωρίς έμφαση, με καθαρή και λιτή σαφήνεια).
Για το λογοτεχνικό έργο του Δροσίνη, το ποιητικό αλλά και το πεζό, μπορούμε να πούμε ότι η Ιταλική βιβλιογραφία είναι αρκετά ικανοποιητική. πολλά και αξιόλογα είναι τα δοκίμια και οι μεταφράσεις των Ιταλών Νεοελληνιστών και καλύπτουν σχεδόν ολόκληρον τον 20ον αιώνα.
O πρώτος που ενδιαφέρθηκε για το έργο του Δροσίνη, είναι ένας από τους πιο σοβαρούς Νεοελληνιστές, ο Francesco De Simόne Brouwer. Πρόκειται για το διήγημα «Αλώπηξ με τρεις πόδας» από τη συλλογή του Δροσίνη «Διηγήματα και αναμνήσεις», που δημοσίευσε ο De Simόne Brouwer σε ένα τόμο με κείμενα, πεζά και ποιήματα. Νεοελλήνων συγγραφέων στα ελληνικά με σκοπό να βοηθήσει την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας στα εμπορικά σχολεία και στα σχολεία ξένων γλωσσών. Ανάμεσα στα έργα των Επτανησίων δημοτικιστών και των καθαρευουσιάνων Φαναριωτών και των διαδόχων των Αθηναίων καθαρολόγων, ο De Simόne Brouwer δημοσιεύει και δύο δημοτικά μας τραγούδια. Είναι μία επιμελημένη έκδοση, που έγινε το 1906 στην Νεάπολη.
Μετά από δύο χρόνια, το 1908, ο Eliseo Brighenti περιλαμβάνει μεταξύ των άλλων και δύο ποιήματα του Δροσίνη στην Χρηστομάθειά του που δημοσιεύει στο Μιλάνο είναι: «Επέθαν’ η αγάπη μου» και «Θαλασσινό τραγούδι» (σ.σ. 109-111).
O Brighenti, εκτός από τα δύο αυτά ποιήματα, δημοσιεύει στην «Χρηστομάθειά» του, στο κεφάλαιο των πεζών, και ένα διήγημα του Δροσίνη. «H άσχημη κόρη» (σ.σ. 215-220), όπου στο εισαγωγικό σημείωμα δίνει μόνο την αρχή μιας περίληψης, ως εξής: «Una povera donna si duole di aver una bruttissima figliuola ma (η καλή μοίρα), la Fortuna, le appare e I’ assicura che la ragazza diventerà bellissima quando un uото I’ amerrà. Del resto, é tanto buona! e della sua bontà da prova guidando e confortando un giovine cieco, vicino di casa...» (Μιά φτωχή γυναίκα θλίβεται γιατί έχει μιά κόρη πολύ άσχημη, όμως της φανερώνεται η Τύχη και της λέει ότι η κόρη της θα γίνει πολύ όμορφη όταν την αγαπήσει ένας άνδρας, άλλωστε είναι τόσο καλή πού συνοδεύει και συμπονάει ένα νεαρό τυφλό γείτονά της...).
Τον επόμενο χρόνο, 1909, ένας από τους πιο σπουδαίους Ελληνόφωνες της Απουλίας, καθηγητής από την πόλη «Καλημέρα», ο Vito Domenico Palumbo, γνωστός από τα συγγράμματά του για την ελληνική διάλεκτο της πατρίδας του και από τις μεταφράσεις του, στο σύγγραμμα του Grammatica del Greco volgare (Γραμματική της δημοτικής ελληνικής γλώσσας), που είναι επιτομή του Lehrbuch der Neu - Griechischen Volks - und Umgangs - sprache του Πετράρχη, και πού διασκεύασε κατά προτροπή του εκδότη Giulio Groos για χάρη του ιταλικού κοινού, επειδή δεν υπήρχε άλλη αξιόλογη, δημοσιεύει, στις σελίδες 226-229 το διήγημα του Γεωργίου Δροσίνη: «H φωτιά της χαράς» (Παραμύθια της Πρωτοχρονιάς). Τα άλλα αυθεντικά δείγματα της δημοτικής που επιλέγει είναι κείμενα του Εφταλιώτη (Ιστορία της Ρωμιοσύνης), του Ψυχάρη (Ο Μάγος), του Πάλλη (Ιλιάδα II), του Βικέλα (Οδύσσεια IV), του Σολωμού (Ύμνος εις την Ελευθερίαν) και δύο από τα δημοτικά τραγούδια της Ηπείρου, (Η χορεύτρια, και Χελιδόνισμα).
Λίγο αργότερα, το 1913, ο Francesco De Simόne Brouwer μεταφράζει και δημοσιεύει στον τρίτο τόμο της σειράς La Grecia Modema πέντε (5) διηγήματα του Δροσίνη από τη συλλογή «Διηγήματα και αναμνήσεις» (Εστία, Αθήνα 1886) και από τα «Διηγήματα των αγρών και των πόλεων» (Αθήνα 1904). Είναι τα εξής: II ricamo della Nina (Το κέντημα της Αννίτσας), La sera della vigilia (Η εσπέρα της παραμονής), Non appigionasi (Δεν ενοικιάζεται), II padrino (Ο Ανάδοχος), II giuramento dell' amore (Ο όρκος της αγάπης). Τα διηγήματα έχουν αποδοθεί με εξαιρετική ακρίβεια και μεταδίδουν ακέραιο το συναισθηματικό φόρτο των κειμένων του Δροσίνη. Στο βιβλιογραφικό σημείωμα, που προτάσσει, αναφέρεται σε όλα τα έργα του Δροσίνη, ποιητικά και πεζά, παραπέμπει στις επαινετικές κρίσεις του Ψυχάρη για τον Δροσίνη, εξαίρει τα τρυφερά αισθήματα και τις απέρριτες και λιτές εικόνες των λυρικών τραγουδιών του και επαινεί την κομψή και αρμονική γλώσσα του. Αναφέρεται ακόμη στις διάφορες μέχρι τότε μεταφράσεις έργων του Δροσίνη, όπως μερικών ποιημάτων του από τον Domenico Milelli στο βιβλίο του Risonanze, που δημοσίευσε στη Νάπολη το 1891. Το βιβλίο του Milelli είναι, όπως διαπιστώσαμε, μια μικρή συλλογή μεταφρασμένων ποιημάτων, διαφόρων ποιητών, μεταξύ των οποίων και των Δροσίνη, Βικέλα και Καψωκέφαλου. Του Δροσίνη μεταφράζει δύο ποιήματα: «Το μικρό διαμάντι» στη σ. 18 και «Γοργόνα» στις σ.σ. 32-33.
Ο De Simόne Brouwer μιλάει, και για μεταφράσεις ποιημάτων του Δροσίνη σε άλλες γλώσσες όπως του Boltz στα Γερμανικά και άλλων στα Αγγλικά και στα Γαλλικά. Σημειώνει ακόμη ότι το μυθιστόρημα « Το Βοτάνι της αγάπης» - γραμμένο το 1887 και δημοσιευμένο για πρώτη φορά στην Εστία το 1888 - μεταφράστηκε από την κυρία Edmonds και μπήκε στη σειρά Pseudonym Library του Λονδίνου, καθώς επίσης και στα Γερμανικά στο περιοδικό Der Tourist από τον Κ. Μητσοτάκη. Αναφέρεται επίσης και στη μετάφραση του ιδίου έργου στα Ιταλικά από τον Lefons, για την οποία θα μιλήσουμε στη συνέχεια.
Ο De Simόne Brouwer αναφερόμενος στους σύγχρονους Νεοέλληνες ποιητές, στον πρώτο τόμο της σειράς La Grecia Modema, συμπεριλαμβάνει και τον Δροσίνη ανάμεσα στους Εφταλιώτη, Μαλακάση, Δαμβέργη, Μαρκορά και άλλους.
Το ίδιο έτος, 1913, ο Pasquale Lefons μεταφράζει όλο το μυθιστόρημα «Το βοτάνι της Αγάπης» από την έκδοση του 1901, και το δημοσιεύει στο Lanciano στη σειρά Antichi e modemi με ένα μικρό βιο-βιβλιογραφικό σημείωμα. Είναι η πρώτη φορά, που μεταφράζεται στα Ιταλικά ένα μυθιστόρημα του Δροσίνη. Η μετάφραση είναι γενικώς καλή, παρά την κάπως αυστηρή, κατά συνήθειά του, κριτική του De Simόne Brouwer, που συγκρίνει τη μετάφραση μερικών στίχων του Lefons με τη μετάφραση, που έκανε αυτός των συγκεκριμένων στίχων. Παραθέτουμε τους στίχους του Δροσίνη και τη μετάφραση και των δύο:
Άλλοι αγαπούν μελαχρινές κι άλλοι αγαπούν ξανθούλες.
Κ' εγώ αγαπώ μιά Γύφτισσα κ’ ενός Τσιγγάνου κόρη.
Τώχω ντροπή για να το πω για να το ‘μολογήσω.
Κι αν το βαστήξω μυστικό μου τρώει τα σωθικά μου.

Εδώ είνε το φιδόχορτο της μαύρης γης βοτάνι,
κι’ όπου το φάη τρεις φορές φίδι δεν τόνε πιάνει.
Πρώτο φιλί αναστέναξε δεύτερο τον πλανάει.
Τρίτο φιλί φαρμακερό τη μάννα λησμονάει

Αστροπελέκι τ’ ουρανού καί πίσσ’ από τον Άδη
Τα δύο μαζί το γέννησαν στης νύχτας το σκοτάδι.
Αγάπη θέλει φρόνηση, θέλει ταπεινοσύνη,
Θέλει λαγού περπατησιά κι αϊτού γληγοροσύνη.

Ο Lefons μεταφράζει:
Amano alcuni le bionde ed amano altri le brune.
Quella ch’ io amo é una Zingara la figlia dell' errabondo.
Ho gran vergogna a dirlo, ne oserei confessare.
Ma se celo il segreto, arder mi sento le vene. (p.73).

Eccoti l’ erba del serpe, la pianta del suoi nereggiante,
Chi se ne ciba tre volte dal serpe non viene toccato. (p. 75).

Sospira al primo bacio e lo seduce il secondo.
Al terzo bacio é preso: scorda la madre e il mondo, (p. 83).

La folgore del cielo, la pece dell’ Inferno
L’ han generato nella nera notte d’ invemo, (p. 104).

L’ amore richiede saggezza, l’ Amore richiede umiltà.
Richiede andatura di lepre e d’ aquila celerita (p. 125).

Και o De Simone Brouwer ueraopdCei ως εξής:
Alcuni aman le brune, altri aman le biondine
Ed io amo una zingara, d’ un zingaro la figlia.
E ho vergogna a dirlo e pure a confessarlo,

E se il segreto io serbo, i visceri mi rode.
Questa é l’ erba del serpe e della nera terra:
Chi la mangia tre volte, serpe non mai lo afferra.

Gemette al primo bacio, e un altro lo fuorvia.
Al terzo, al velenoso bacio la mamma oblia.

La pece dell’ Inferno, del cielo il folgorar,
Nel buio della notte insieme il generar.

Amore vuol modestia, amore vuol saggezza
E vuol passo di lepre e d’ aquila sveltezza.

Η μετάφραση του De Simόne Brouwer είναι, μπορούμε να πούμε, ακριβέστερη, πιο ποιητική και προσπαθεί, ώστε να ομοιοκαταληκτούν τα δίστιχα. Αλλά και ο Lefons δεν υστερεί ποιητικά και καταφέρνει να ομοιοκαταληκτούν τα τρία τελευταία δίστιχα. Και οι δύο ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του πρωτοτύπου και αποδίδουν σωστά τις έννοιες και τα συναισθήματα του κειμένου του Δροσίνη.
Από τότε και κατά τη διάρκεια όλου του μεσοπολέμου δεν βρίσκουμε μελέτες για τον Γεώργιο Δροσίνη και το έργο του. Έτσι φθάνουμε στο 1940, όπου βρίσκουμε μία ωραία μετάφραση του διηγήματος «Αι δύο αμυγδαλαί», από τη συλλογή «Διηγήματα και Αναμνήσεις» (Αθήνα 1886). Την μετάφραση στα Ιταλικά έκανε ο Vito D. Flores και τη δημοσίευσε στο περιοδικό «Επιθεώρησις» της Ρώμης με τίτλο «I due mandorli». Πρόκειται για acheter viagra μια πιστή και επιτυχημένη μετάφραση του γλαφυρού αυτού διηγήματος του Δροσίνη.
Μετά από λίγα χρόνια, το 1946, ο γνωστός Ελληνόφωνος καθηγητής, από την πόλη «Καλημέρα» της Απουλίας Paolo Stomeo, θα μεταφράσει μια σειρά από τα «Παραμύθια» του Δροσίνη και θα τα δημοσιεύσει σε ένα τόμο στο Lecce με τίτλο «Fiabe». Είναι μια πολύ καλή μετάφραση.
Τον επόμενο χρόνο, το 1947, ο Paolo Stomeo θα μεταφράσει το μυθιστόρημα του Δροσίνη «Αμαρυλλίς» με τίτλο «Amarillide», σε μια πλούσια και ζωντανή λογοτεχνική γλώσσα με όλο το συναισθηματισμό, την δροσερή και αρμονική έκφραση του Δροσίνη και την αβρή και ευχάριστη ροή του κειμένου της Αμαρυλλίδος.
Στη συνέχεια, το 1950, ο Paolo Stomeo, λίγο πριν το θάνατο του ποιητή και πεζογράφου μας, του αφιερώνει ένα σημαντικό βιογραφικό και βιβλιογραφικό σημείωμα, στο οποίο αναφέρεται στα θέματα της έμπνευσής του και υπογραμμίζει την λογοτεχνική τους αξία. Παράλληλα μεταφράζει με επιτυχία ένα από τα «Διηγήματα των αγρών και της πόλεως» (Αθήνα 1904) του Δροσίνη, είναι «Η άσκημη κόρη» με τίτλο «La ragazza brutta».
To 1951 o Filippo M. Fontani γράφει και δημοσιεύει στο περιοδικό «Idea» Νεκρολογία του Δροσίνη και του Ξενόπουλου και αναφέρεται ειδικότερα στα θέματα και στην πνοή της λογοτεχνικής παραγωγής των δύο συγγραφέων και υπογραμμίζει την αξία τους και την θέση που κατέχουν στη λογοτεχνία της σύγχρονης Ελλάδας.
Το 1957 ο Bruno Lavagnini, ο πιο σπουδαίος από τους Νεοελληνιστές της Ιταλίας, όπως είπαμε στην αρχή, δημοσιεύει ένα εξαιρετικής σημασίας βιβλίο, που βραβεύθηκε με το Premio Selezione Marzotto το 1957, το οποίο στην πραγματικότητα είναι η ουσιαστικότερη συμβολή στη γνώση της Νεοελληνικής ποίησης στην Ιταλία που μέχρι τότε ήταν πολύ λίγο γνωστή.
Με τον τίτλο «Arodafnusa» παρουσιάζει και μεταφράζει 32 Νεοέλληνες ποιητές, από το 1880 μέχρι το 1940, ξεκινώντας από τον Παλαμά και φθάνοντας μέχρι τη Μελισσάνθη. Για κάθε ποιητή προτάσσεται και ένα κριτικό - αισθητικό σημείωμα, που τείνει να ανακαλύψει τα αίτια και τα θέματα της έμπνευσής του.
Τον Δροσίνη ο Lavagnini τον τοποθετεί δεύτερο στη σειρά, αμέσως μετά από τον Παλαμά. Γράφει για τη ζωή του, για τη λύρα του που έχει τη χάρη και τη δροσιά της δημοτικής ποίησης και για την προσωπική του κλίση στην περιγραφή και απεικόνιση της αγροτικής ζωής των ανθρώπων της υπαίθρου.