Είστε εδώ

O Κωστής Παλαμάς γράφει για τον Δροσίνη

ΞΕΦΥΛΛΙΖΟΝΤΑΣ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΙΧΩΝ «ΦΩΤΕΡΑ ΣΚΟΤΑΔΙΑ»

Η πρώτη εντύπωση: Τα μάτια του ποιητή γυρισμένα προς τον εξωτερικό κόσμο. Ξανοίγει μ’ αυτά και αρπάζει λογής λογής λεπτομέρειες της φυσικής ομορφιάς τριγύρω μας και έτσι συνθέτει φροντισμένα μικροκαμωμένες πάντα εικόνες. Η παρατήρηση, η λεπτομέρεια, η ακριβολογία. Κάτι που δεν συνηθίζει τώρα η ποίησή μας, είτε από ανηξεριά, είτε από καταφρόνεση προς τα καθέκαστα, γενικεύοντας για πολύ μουσικεύοντας θάλεγα, τα πάντα, καθώς και μέσα της, έτσι και γύρω της, δεν καταδέχεται ή δεν μπορεί να σταματήσει στα καθαρά και στα ζωγραφικά. Κάτι που πολύ μπορούνε και που πολλοί τα καταδέχονται αρχαίοι και νέοι (παράδειγμα από νεώτερους, ανάμεσα σε χίλια μύρια, φέρνω, την ώρα τούτη, τρεις πολύ ανόμοιους αναμεταξύ τους, και με όλη τη διαφορά της τέχνης τους πολύ παρατηρητικούς ποιητές: Λαμαρτίνο, Τέννυσον, Βαλαωρίτη). Ξεφυλλίζω το βιβλίο και σταματώ σε στίχους τέτοιους:

Εκεί, που τα κοπάδια επέρασαν,
Τα δουλωμένα και τα ταπεινά,
Και εχάραξαν στη γη τ’ αχνάρια τους,
Το ελεύθερο τ’ αγρίμι δεν περνά.

Περνά σε μονοπάτια απάτητα,
Κ’ εκεί, του χτίζει η πέρδικα φωλιά,
Κ’ εκεί, που η ανθισμένη κάπαρη
Χτενίζει ανάερα τα λυτά μαλλιά.

Σταματώ σε στίχους τέτοιους:
Πλέκουν οι κάμπιες τ’ αραχνόδιχτα
Στων πεύκων τα χλωρά ακροκλώνια,
Σαν άνθη μυγδαλιάς ανάλαφρα
Και μεταξόπλεχτα σα χιόνια.
Λευκά μαντήλια, σειώνται ανάερα
Στο χειμωνιάτικο ακρογιάλι
Κι’ από μακρυά κράζουν την άνοιξη:
Γλήγορα να γυρίση πάλι.

Ο ποιητής του βιβλίου αυτού στέκει σαν αδάκρυτος, κι όπου κλαίει, κλαίει από μέσα του. Την καρδιά του δεν την αφήνει να χυθή ανεμπόδιστη. Για τούτο πως τυπώνεται βαθιά ή συγκίνησή του εκεί, όπου την αφήνει να ξεπροβάλη απλά και κατανυχτικά σ’ ένα αρμονικώτατο συνταίριασμα ουσίας και μορφής. Παράδειγμα το τραγούδι τούτο κλασσικό κανείς θα μπορούσε να το πη, σύμφωνα με τον ορισμό που κάποιος έδωκε του κλασσικού:
«Έργα που φέρνουν με μικρά μέσα μεγάλα αποτελέσματα»